Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η άλλοτε αριστοκρατική συνοικία Αγγελοπούλου υποβαθμίστηκε τη δεκαετία του 1980, όταν το φονικό νέφος των Αθηνών εισέβαλε στα ρετιρέ από τις βεράντες και εμβρόντητοι οι ιδιοκτήτες τους απέδρασαν από τους φωταγωγούς προς τα βόρεια. Η περιοχή γειτνιάζει με την έκταση της πρώην σχολής Ευελπίδων, στις εγκαταστάσεις της οποίας μεταφέρθηκαν την ίδια περίοδο πλημμελειοδικεία, εισαγγελίες και ανακριτές. Ως εκ τούτου, στεγάζει δεκάδες δικηγορικά γραφεία. Οι ένοικοί τους ξεροσταλιάζουν ολημερίς στις αίθουσες και στους διαδρόμους της Θέμιδος. Κατά τις πέντε το απόγευμα ξεκινούν τα ραντεβού τους με τους πελάτες.

Οσοι κατοικούν μακριά, σπανίως επιστρέφουν στο σπίτι το μεσημέρι. Ωσπου να φτάσουν, πρέπει να φύγουν· δίχως κέρδος κέρατα δηλαδή. Πλήθος εστιατόρια λειτουργούν πέριξ και, μολονότι ελάχιστα σερβίρουν πάπια Πεκίνου, σχεδόν όλα κάνουν ντελίβερι με «παπιά». Κακά τα ψέματα όμως. Και το νοστιμότερο ετοιματζίδικο φαγητό δεν συγκρίνεται επ’ ουδενί με το σπιτικό. Ρωτήστε τους εργένηδες· καταδικασμένους να μένουν μονίμως ανικανοποίητοι. Ματαίως ο ένας με τον άλλο πασχίζουν να λύσουν το αιώνιο πρόβλημα.

Πασίγνωστος δικηγόρος ο Παναγόπουλος, διατηρούσε άριστες σχέσεις με αρκετούς συναδέλφους του. Επεισε με ευκολία στενούς του φίλους να δοκιμάσουν την κουζίνα της Αντιγόνης, μαζεύοντας έξι-εφτά για αρχή. «Τι καλό θα μας φτιάξεις αύριο» τη ρώτησε στο τηλέφωνο. «Μακαρόνια με κιμά» αποκρίθηκε εκείνη, αυθόρμητα και αποφασιστικά. «Τα περιμένουμε με τις πετσέτες στον γιακά και τα πιρούνια στο χέρι» την ενθάρρυνε. Πρωί πρωί τηλεφώνησε στον χασάπη και παράγγειλε δυο κιλά κιμά από μοσχαρίσια ελιά. «Να ’χει μπόλικο λιπάκι» υπογράμμισε. Τον εξέτασε ενδελεχώς, όταν της τον έφερε ο μικρός του καταστήματος. «Καλούτσικος φαίνεται. Θα διαβιβάσω προσωπικώς τυχόν παράπονα στο αφεντικό σου» είπε, βάζοντάς του με τρόπο ένα ευρώ στην τσέπη της ποδιάς.

Μπήκε στην κουζίνα με χορευτικές φιγούρες. Πετούσε κυριολεκτικά. Χρησιμοποιούσε τις πατερίτσες, όπως τα κορίτσια της ρυθμικής τις κορύνες. Τοποθέτησε τον κιμά στην κατσαρόλα, ανακατεύοντας συνεχώς με την κουτάλα μέχρι να ξεσβολιάσει εντελώς. Μόλις ήπιε όλο το νερό του, συμπλήρωσε μισή κούπα λάδι και το άφθονο σκορδοκρέμμυδο που ’χε ψιλοκόψει νωρίτερα. Τα αρώματα του τσιγαρίσματος πλημμύρισαν το σπίτι. Εσβησε το μείγμα με τριμμένη, φρέσκια ντομάτα. Μετά την πρώτη βράση έριξε κάμποσο λευκό κρασί και χαμήλωσε τη φωτιά. Με την ησυχία της τεμάχισε σαρκώδεις πιπεριές Φλωρίνης, να σπάσει η ξινίλα, και μανιτάρια· να απορεί το δόντι και να αιφνιδιάζεται ευχάριστα ο ουρανίσκος.

Τα πρόσθεσε μισή ώρα αργότερα μαζί με αλατοπίπερο, βασιλικό και δυο κουταλιές της σούπας πελτέ. Επειτα έβαλε νερό στη μεγάλη χύτρα για τα μακαρόνια· Νο 5 βεβαίως, να ξεχειλίζουν σάλτσα οι τρύπες, να σ’χωρνάς τα πεθαμένα της μαγείρισσας. Στις δύο και κατέφθασε φουριόζος ο κυρ Αντώνης με αλουμινένια δοχεία του σουπερμάρκετ. Σήκωσε το καπάκι του τέντζερη και υποδέχτηκε τις ευφραντικές μυρωδιές με παρατεταμένα επιφωνήματα. Η Αντιγόνη γέμισε τα σκεύη με το αχνιστό έδεσμα και κάργαρε τα μικρότερα με ατομική, ανάμεικτη σαλάτα, περιχύνοντας σος δικής της εμπνεύσεως. «Καλές δουλειές» ευχήθηκε φεύγοντας με τις σακούλες ο δικηγόρος. «Θα σ’ το χρωστάω» ψιθύρισε η μαγείρισσα και κατευθύνθηκε στο σαλόνι, όπου κύκλωσε έναν αριθμό στο ημερολόγιο· για γούρι. Ηταν 7 Απριλίου 2013. (Συνεχίζεται)