Τις Κυκλάδες τέτοια εποχή τις πίνεις στο ποτήρι. Στενεύει, λες, το Αρχιπέλαγος, εκμηδενίζει τις αποστάσεις, αποκαλύπτοντας με μεγεθυντικό φακό τα αργυρά του μαργαριτάρια. Οσοι θερινοί εραστές των νησιών δεν έχουν γευθεί τη διαύγεια του Νοεμβρίου, δεν έχουν λουστεί στο βαθύ του, εσωτερικό φως, χάνουν τεράστιο μερίδιο της μαγείας τους. Σκαρφαλωμένος στο πανάρχαιο ιερό του Πανός και του Αρεως, περί τα εννιακόσια υψόμετρο. Μυθώδης μέθη και μέθεξη. Μαραθώνιο θάλπος. Η ματιά χαϊδεύει νηφάλια το ανάγλυφο της Ικαριάς και της Σάμου, ίσαμε τα μικρασιατικά παράλια προς τα βόρεια. Χορεύει ανάλαφρα στις κυρτές πτυχώσεις των Μακάρων, της Δονούσας, της Κέρου και της Αμοργού ανατολικά. Ακροπατεί ράθυμα απ’ τα Κουφονήσια, στη Σχοινούσα, την Ηρακλειά, τη Νιο, την άθυρη Θήρα, ώς την αναφυόμενη στα νότια Ανάφη.
Επειτα αναπαύεται ανεμόεσσα στο ασήμι της Μυκόνου, στης Ρήνειας και της Δήλου τα μαλάματα, στο αλάβαστρο της Τήνου και της Σύρας και επαναπατρίζεται στους εύχλοους συμβολισμούς της άγονης προγονικής Γυάρου. Το σούρουπο, καθώς ανάβουν τα φώτα των οικισμών, η Νάξος και η Πάρος γίνονται το ένα. Κατηφορίζω απ’ την κορφή, γλιστρώντας στις χρυσοπόρφυρες ανταύγειες του τοπίου. Εμπλεος γαλήνιου πάθους από την αναπάντεχη συνάντηση με τους θεούς. Ανώμαλη προσγείωση, η επαφή με τα πάθη των ανθρώπων στα χωριά. Θολά απ’ τη μελαγχολία τα τζαμιλίκια των καφενέδων. Υστερα απ’ την πρώτη «καλησπέρα», οι λιγοστοί θαμώνες αφηγούνται θλιβερές, καθημερινές ιστορίες της κρίσης. Κόμπος στον λαιμό. Δεν πάνε κάτω ακόμα και υπό τη συνοδεία άφθονης ρακής.
Βάβω η γριά Εργίνα, κοντεύει τα ενενήντα. Καλοστεκούμενη, παρά τα προβληματάκια υγείας. Τα παιδιά και τα εγγόνια της ζουν στην πρωτεύουσα. Εκείνη, όμως, εδώ. Βράχος ακλόνητος. Θα μαραζώσει αν φύγει. Τα επισκέπτεται δυο βδομάδες κατά τα Χριστούγεννα. Να τα καμαρώσει. Να δει και την ίδια κανένας γιατρός. Κατόπιν επιστρέφει στη βολή της. Μας την έδειξαν να διασχίζει αγέρωχη την πλατεία. Με τις πρόσφατες περικοπές σε ΕΚΑΣ και επικουρικό, η σύνταξή της μειώθηκε περί τα διακόσια ευρώ. Θα ’παιρνε-δεν θα ’παιρνε πεντακόσια. Ισα ίσα για τα φάρμακα και για πέντε πραγματάκια όλα κι όλα απ’ τον μπακάλη. Δική της παραγωγή τα υπόλοιπα. Φέτος δεν έφτασαν τα λεφτά για πετρέλαιο και το κρύο σε περονιάζει τούτον τον καιρό, ιδίως τα βράδια. Της έστειλαν ρεφενέ απ’ την Αθήνα τέσσερα κατοστάρικα. Να γεμίσει η δεξαμενή κι έχει ο Θεός.
Επεσε σε μαύρη απελπισία, βρίσκοντας τον λογαριασμό της μηδενικό. «Χρωστούσατε το χαράτσι του 2013 και δεσμεύτηκε» της εξήγησαν στην τράπεζα. «Ρε μάνα, εδώ δεν το πληρώνει ο Τσίπρας, θα τα σκάσουμε εμείς;» έλεγε τότε ο γιος της. Ενα βήμα πριν απ’ την όχθη του Αχέροντα, η έρμη Εργίνα ξαναγυρνά στο καπνισμένο τσουκάλι. Τα εξιστορεί ο καφετζής και ταράζεται. Καμιά δεκαριά γεροντάκια ολόγυρα κουνούν το κεφάλι. Λειτούργημα επιτελεί. Κρατά ζωντανό το χωριό. Στο μπρίκι του, ο Ντοστογέφσκι, ο Παπαδιαμάντης, ο Φρόιντ κι ο Καζαντζάκης ένα χαρμάνι. «Πιείτε, παιδιά. Σ’ έναν μήνα κλείνουμε» μας κερνά. «Τρεις χιλιάδες τον χρόνο ΤΕΒΕ από 1/1/17 σημαίνει ξαφνικό θάνατο». Τσουγκρίζουμε πένθιμα με την Ελλάδα που αργοσβήνει. Ατιμα υπόλοιπα αδείας.
