Κεράκια σβήνει σήμερα η «Εφ.Συν.». Τέσσερα τον αριθμό. Οσα χρόνια διαρκεί δηλαδή μια ολοκληρωμένη κοινοβουλευτική περίοδος και κατ’ επέκτασιν η θητεία μιας εθνοσωτηρίου κυβερνήσεως. Απεχθάνομαι να βλογάω τα γένια μου κι ας διαθέτω κάμποσα. Οσοι προεξοφλούσαν, ωστόσο, ότι η αλλόκοτη, contra naturam προσπάθειά μας θα αποτύχει εν τη γενέσει της, διαψεύστηκαν οικτρά. Κάπου ψηλά και δεξιά στην πρώτη μας σελίδα γράφει σήμερα «Ετος 5ο» και προχωράμε ακάθεκτοι, ώσπου να τα εκατοστίσουμε και βάλε.
Εχουμε αλλάξει μέχρι τώρα δυο λαοπρόβλητα γκοβέρνα κι ευελπιστούμε να κουνήσουμε το μαντίλι σε δεκάδες ακόμα. Ετσι γίνεται. Οι κυβερνήσεις πέφτουνε κακήν κακώς, μα οι καλές εφημερίδες μένουν, για να παραφράσω τον ποιητή. Σε τοξικές εποχές, μάλιστα, κατά τις οποίες η εξουσία εκπορεύεται από ξένα κέντρα, ο εναγκαλισμός με οποιαδήποτε μορφή της μπορεί να αποβεί θανάσιμος. Τον λογαριάζουμε άπαντες τούτον τον κίνδυνο, καθότι νουνεχείς.
Ρεκλάμα μας όλο αυτό το διάστημα πως μοναδικοί εργοδότες μας δεν είναι άλλοι από εσάς τους αναγνώστες. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να επιβιώσει ένας ανεξάρτητος συνεταιρισμός; Χωρίς χρονοτριβή δίνω τον λόγο στον εργοδότη μας Μ.Δ., που μου ’στειλε μια τρυφερή επιστολή: «Ενόψει των τέταρτων γενεθλίων της “Εφ.Συν.” πήρα το θάρρος να γράψω δυο λόγια και να ευχηθώ χρόνια πολλά. Ενα συνεταιριστικό εκδοτικό εγχείρημα που κλείνει τέσσερα χρόνια απρόσκοπτης κυκλοφορίας, έχει ξεφύγει τον κίνδυνο της παρένθεσης. Εχει παγιωθεί στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού και έχει πλέον καθιερωθεί στον χώρο. Η πρώτη φορά που έπεσε στα χέρια μου η “Εφ.Συν.” ήταν σ’ ένα καφενείο την περίοδο της μεγάλης κρίσης, κάπου το 2013. Δεν πρέπει να είχε καιρό που κυκλοφορούσε. Οταν την ξεφύλλισα, κατάλαβα ότι ήταν κάτι διαφορετικό για τα εκδοτικά δεδομένα της εποχής. Η πολυφωνία των απόψεων σε συνδυασμό με την αδέσμευτη γραμμή της και την εγκυρότητά της τράβηξαν το ενδιαφέρον μου. Σύντομα έγινα τακτικός αναγνώστης της, χωρίς να ταυτίζομαι απόλυτα με τις θέσεις της. Με ό,τι άλλο κυκλοφορούσε η “Ευ Ζην”, όπως χαϊδευτικά τη λέω, μου ταίριαζε. Η εφημερίδα είναι σαν τη μάρκα των τσιγάρων που καπνίζεις. Και όσο δύσκολα αλλάζεις μάρκα τσιγάρων, άλλο τόσο δύσκολα αλλάζεις και εφημερίδα…».
Ιδιαιτέρως τον ευχαριστώ για τους ευφυείς και εύστοχους στίχους, τους οποίους αφιερώνει στη στήλη, αλλά, είπαμε, ασπρίσανε τα μούσια μου δεν πάει να τα βλογάω. Μου ’λαχε το τελευταίο θρανίο αδελφέ και ως γνωστόν η γαλαρία ειδικεύεται στα γιουχαΐσματα και την πρόγκα. Με τις πενιχρές δυνάμεις μου προσπαθώ να καυτηριάσω το εφήμερο, τον καιρό, πά’ να πει, που στις μέρες μας είναι μαύρος κι άραχλος και κακός.
Αλλωστε από την εποχή του Γουτεμβέργιου, δημοσιογραφία είναι η αντίσταση της κοινωνίας στην εξουσία. Κι η σάτιρα οφείλει να απευθύνεται στους ισχυρούς, τους κρατούντες· όχι να τους κρατά το ίσο. Ευτυχώς, οι κατά καιρούς ένοικοι του Μαξίμου με τροφοδοτούν ανελλιπώς με σπαρταριστό υλικό κι ας ξινίζουν τα μούτρα οι σφουγγοκωλάριοί τους. Με δικαιώνει η διεύθυνση της «Ευ Ζην» που διατείνεται πως «αν δεν υπήρχε Μετέωρος έπρεπε να τον εφεύρουμε». Κάτι λέγαμε για γένια.
