Καλά να ‘ναι ο Γιάννης Τσιρώνης, μου θύμισε τα σχολικά μου χρόνια με τη σημαδιακή φράση: «Τα Θρησκευτικά κατάντησαν η ώρα του παιδιού. Εχουν υποβαθμιστεί πάρα πολύ. Οι μαθητές τα έχουν εγκαταλείψει» δήλωσε, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για γενναία παρέμβαση στο περιεχόμενό τους. Ν’ αγιάσει το στόμα του υφυπουργού Περιβάλλοντος, διότι δημιούργησε κατάλληλη ατμόσφαιρα να αναδυθούν αναμνήσεις.
Αρχαία, Νέα, Μαθηματικά, Φυσικές, Χημείες, βαριά κι ασήκωτα μαθήματα, πρωτεύοντα, μας φόρτωναν στη ράχη και μας γονάτιζαν. Θέλαμε κι εμείς να ξεδώσουμε, βρε αδελφέ, κάναμε αμάν για μια ώρα χαλάρωσης, να γελάσει κομμάτι το χειλάκι μας. Αλλιώς δεν έβγαιναν τα εξαντλητικά εξάωρα και επτάωρα. Η διδασκαλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης προσφερόταν ιδανικά, ιδίως αν πιανόταν μπόσικος ο καθηγητής.
Το Γυμνάσιο φαντάζει βουνό στα μάτια των πιτσιρικάδων του Δημοτικού κι όταν διαβούν την πύλη του, αναζητούν βατά μονοπάτια, ώστε να κατακτήσουν, βαθμιαία και με καλούς βαθμούς, το υψόμετρο. Ο Αμπελιώτης, παραφράζω το όνομά του για ευνόητους λόγους, ήταν πλατιά, επίπεδη λεωφόρος, που πήγαινε αβασάνιστα εμάς τα πρωτάκια, με τρανταχτά γέλια στην κορυφή. Θεολόγος να σου πετύχει.
Ηταν πατημένος πενηντάρης, ψαρομάλλης και μποϊλής· ένα πενήντα με τα χέρια στην ανάταση. Οδηγούσε πράσινο Σκαραβαίο Φολκς Βάγκεν. Χαμηλότερα απ’ το παράθυρο η γκλάβα του, δεν φαινόταν απέξω. Τρέλαινε εποχούμενους και πεζούς. Νούμερο του τσίρκου: Το αυτοκίνητο που τρέχει χωρίς σοφέρ. Θέαμα ανώτερο απ’ την ασώματο κεφαλή.
Χούι του, να μας μαθαίνει τα εκκλησιαστικά χορικά. Τροπάρια, εγκώμια, αίνους, τέτοια. Υμ-(οοο)-νος, φώναζε προς το τέλος του μαθήματος, τονίζοντας περισσότερο από τις άλλες συλλαβές το ανύπαρκτο «ο». Επειτα σήκωνε μπριόζικα τα δάκτυλα ψηλά, παριστάνοντας τον Φον Κάραγιαν. Κάτω γινόταν το έλα να δεις.
Η ορχήστρα έχανε απ’ όλες τις πάντες. Ορισμένοι τραγουδούσαν το «Παναθηναϊκέ, Παναθηναϊκέ, μεγάλε και τρανέ», άλλοι το «Εμπρός της ΑΕΚ παλικάρια» και κάποιοι το «Περαία μου, Περαία μου με τον Σαρωνικό σου», όλοι στεντορείως και φάλτσα. Τύφλα να ‘χει ο Κακοφωνίξ. Παρέβλεπε τα παράταιρα, ακατάληπτα και αρνησίχριστα λόγια και διηύθυνε την κουστωδία με πάθος. Του αρκούσε ο ενθουσιασμός των μελών της.
Στην αίθουσα έμπαινε, κάνοντας πάντοτε την ίδια λεζάντα. Ανοιγε την πόρτα αγριοκοιτώντας μας ασκαρδαμυκτί κι ανέβαινε στην έδρα, εξακολουθώντας να μας καρφώνει, λες και μας συνέλαβε στα πράσα να επιδιδόμαστε στην πιο ακραία σκανταλιά. Ακουμπούσε την παλάμη του στο γραφείο, χωρίς να μας χάνει από τα μάτια του, και σαλτάριζε πάνω του με μια φιγούρα που θα ζήλευε πολύπειρος ακροβάτης. Ακολουθούσε μια παύση, απαράλλαχτη με του αρτίστα που επιζητεί το χειροκρότημα του κοινού. Κατόπιν μας νουθετούσε με αυστηρότητα.
Ημέραν τινά τοποθετήσαμε τα πόδια του τραπεζιού στην άκρη της έδρας και τραβήξαμε προς τα πίσω τα πρώτα θρανία. Ο Αμπελιώτης μπήκε με το σύνηθες σχέδιο, αλλά αυτή τη φορά σωριάστηκε φαρδύς πλατύς στο μωσαϊκό. «Χτυπήσατε, κύριε;» έσπευσε να τον βοηθήσει ο απουσιολόγος. Προσποιήθηκε ότι δεν κατάλαβε. Εκτοτε μετερχόταν το κόλπο αραιά και πού, αφού προηγουμένως βεβαιωνόταν ότι το έπιπλο βρίσκεται σε θέση ασφαλείας. Στις μεγαλύτερες τάξεις δεινοπαθούσε κυριολεκτικά. Ο Νίκος Οφείλεις οφείλει νομίζω να κάνει το μάθημα πιο διασκεδαστικό. Ιδωμεν.
