ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΕΡΕΣ στα 1860 γεννιέται στο Θιάκι ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης. Με την ιδιότητα του βουλευτή Ιονίων Νήσων, υπερασπίζεται το 1910 στη Βουλή τη Δημοτική με την ιστορική φράση: «Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει. Υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι και υπάρχουσι πολλοί χυδαίοι άνθρωποι ομιλούντες την καθαρεύουσαν». Πεθαίνει το 1912 στη μάχη του Δρίσκου στην Ηπειρο, όντας επικεφαλής του λόχου των εθελοντών Γαριβαλδινών. Ακολουθεί ένα μικρό απάνθισμα σονέτων του.
ΚΑΛΛΙΠΑΤΕΙΡΑ «Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πώς μπήκες;/ Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαία/ εδώθε». «Εχω ένα ανίψι, τον Ευκλέα,/ τρία αδέρφια, γιο, πατέρα, Ολυμπιονίκες.// Να με αφήσετε πρέπει Ελλανοδίκες/ και εγώ να καμαρώσω μες στα ωραία/ κορμιά, που για το αγρίλι του Ηρακλέα/ παλεύουν, θιαμαστές ψυχές αντρίκες.// Με τες άλλες γυναίκες δεν είμαι όμοια·/ στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζει/ με της αντριάς τ’ αμάραντα προνόμια./ Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει/ σ’ αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου/ ύμνος χρυσός τ’ αθάνατου Πινδάρου».
ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ Είσ’ έμορφη, σεμνή χωριατοπούλα/ και στον ανθό της νιότης λουλουδίζεις,/ δροσερή και γελούμενη ροδίζεις/ όπως στον ουρανό ροδίζ’ η αυγούλα.// Καθώς μες το τριαντάφυλλο η δροσούλα/ όμοια λάμπει το δάκρυ σου αν δακρύζεις./ Σα νύφη στο χορό γλυκογυρίζεις,/ και καμαρώνεις σα βασιλοπούλα.// Ολοι αντάμ’ ας φιλούν οι άλλοι μία/ γριά φτιασιδωμένη, άσχημη, κρύα,/ που κλαίει τα μαραμένα της τα νιάτα./ Εγώ σέν’ αγαπώ, σέν’ αγκαλιάζω./ Αν τη φωνή σου ακούσω αναγαλλιάζω,/ λυώνομαι στα φιλιά σου τα δροσάτα.
Η ΕΛΙΑ Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι,/ γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη/ πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει/ σα να ‘θελε να σε νεκροστολίσει.// Και το κάθε πουλάκι στο μεθύσι/ της αγάπης πιπίζοντας ανοίγει/ στο κλαρί σου ερωτάρικο κυνήγι,/ στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.// Ω, πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν,/ με τη μαγευτική βοή που κάνουν,/ ολοζώντανης νιότης ομορφάδες/ που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν/ ω, να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν/ και άλλες ψυχές της ψυχής σου αδερφάδες.
ΣΤΟ ΦΑΛΗΡΟ Είχε όλα της τα μάγια η νύχτα· μόνη/ εσύ έλειπες. Αργά κινάω να φύγω,/ μα ξάφνου στην μπασιά του μπαρ ξανοίγω/ αυτοκίνητο να γοργοζυγώνει.// Μ’ ελπίδα σταματάω. Να το, πλακώνει·/ παραμερίζουν οι άλλοι· άσειστος μπήγω/ τη ματιά μου στα μάτια σου· άλλο λίγο/ ακόμα, και ο σοφέρ σου με σκοτώνει.// Αρχοντοπούλα μ’ άφταστα πρωτάτα,/ με των Εφτά νησιών τες χίλιες χάρες/ τετράξανθη ομορφιά γαλανομάτα./ Του θανάτου δε μ’ έπιασαν τρομάρες/ γλυκύτατες μ’ ελυώσανε λαχτάρες/ να συντριφτώ κάτω από Εσέ στη στράτα.
ΕΠΙΤΡΕΨΤΕ ΜΟΥ την αυθάδεια να προσθέσω ένα δικό μου ταπεινό σονετάκι για τον ποιητή και το άγαλμά του, που γράφτηκε στην μπάρα εμβληματικού ποτάδικου της ομώνυμης πλατείας των Αθηνών: Ακουμπισμένος σ’ ένα σέντζο/ απέναντι απ’ την προτομή σου/ ακολουθώ τη διαδρομή σου/ παρείσακτος, τρανέ Λορέντζο,// ίδιος η Καλλιπάτειρά σου·/ μαζί της μάχιμο σε βρίσκω/ εθελοντή κάπου στον Δρίσκο/ να πέφτεις για τα ιδανικά σου,// που εκπόρνευσαν βρόμικα χέρια/ -κρύβουν παγίδες οι πατρίδες-·/ θλιμμένο στην πλατεία τώρα/ σε κουτσουλούν τα περιστέρια,/ διπλό σε βλέπουν οι μπεκρήδες,/ βγαίνοντας χάραμα απ’ του Λώρα.
