Το σμυρναίικο τραγούδι έσβησε οριστικά και αμετάκλητα μετά τον Πόλεμο. Δεν ευθύνεται μόνο η λογοκρισία του Μεταξά, του Νικολούδη και του Ψαρούδα. Μεσούσης της Κατοχής πέθαναν, ουσιαστικά απ’ την πείνα, σημαντικότατοι συντελεστές του: ο Βαγγέλης Παπάζογλου ή Αγγούρης, ο Πάνος Τούντας, ο Κώστας Σκαρβέλης ή Παστουρμάς, ο Γιώργος Κάβουρας κι ο Γιοβάν Τσαούς, κατά κόσμον Γιάννης Εϊτζιρίδης, δηλητηριασμένος από παλαμίδα μαυραγορίτη, με διαφορά λίγης ώρας απ’ τη γυναίκα του Κατερίνα Χαρμουτζή, που ‘γραψε τους στίχους του εμβληματικού «Πέντε μάγκες στον Περαία».
Ενα καλοκαιρινό βράδυ στα 1944, βρέθηκε νεκρός στα τριάντα δύο του από υπερβολική δόση ηρωίνης, σ’ ένα καροτσάκι της δημαρχίας, ο Ανέστος Δελιάς, τ’ Αρτεμάκι, που παρότι μπουζουξής, καταγόταν από οικογένεια επιφανών Σμυρνιών παιχνιδιατόρων. Ο πατέρας του Παναγιώτης έπαιζε περίφημο σαντούρι και ο θείος του Μιχάλης, βιολί. Ούτε αυτός καταδέχτηκε να δώσει τραγούδια του στους λογοκριτές και σταμάτησε να ηχογραφεί από το 1937. Το κλασικό, πειραιώτικο ρεμπέτικο κυνηγήθηκε κυρίως για τους στίχους του. Τα «ψαλίδια» της δικτατορίας πετσόκοψαν τα χασικλίδικα λόγια. Αυτοδίδακτοι οι περισσότεροι εκπρόσωποί του, δεν ενοχλήθηκαν απ’ τις… ανεπαίσθητες αλλοιώσεις στη μουσική. Ούτως ή άλλως δεν ήξεραν να διαβάζουν νότες, ήταν φτωχοί κι οι γραμμοφωνήσεις συνιστούσαν μια τονωτική οικονομική ενίσχυση.
Λαιμητόμος έπεσε στους τεκέδες, οίτινες αντικαταστάθηκαν αυθωρεί σε ταβέρνες, το «μαύρο» έγινε λαγαρό κρασάκι, εξ ου το μετέπειτα σκωπτικό «κρασίσι», και η πρέζα ούζο. Τόσο απλά. Οι αλανιάρες μεταμορφώθηκαν σε παιχνιδιάρες και πάει λέγοντας. Ο Μάρκος αντελήφθη εξ ενστίκτου τις απαιτήσεις της εποχής. Γράφει στην Αυτοβιογραφία του, εκδόσεις Παπαζήση: «Ο,τι έλεγε ο Μεταξάς έπρεπε να γίνει. […] Κάποιος μουσικός Ψαρούδας, καλή του ώρα αν ζει, εάν έχει πεθάνει Θεός σχωρέστονε, μου είπε: Παιδί μου να μου τα φέρνεις εδώ να στα φτιάχνω εγώ. […] Εφτιαξα διαφορετικά το γράψιμό μου τότες, συμμορφώθηκα και δεν πήγα σ’ αυτούς. Δεν τους είχα ανάγκη ποτές». Ας δούμε τι εννοεί:
Ιδιαζόντως πολιτικοποιημένος, ο πατριάρχης του ρεμπέτικου, γραμμοφώνησε προ λογοκρισίας το ιδιοφυές και πάντα επίκαιρο «Ο Μάρκος υπουργός», εμπνευσμένο από τον θάνατο τριών πρωθυπουργών σε διάστημα 2,5 μηνών το 1936: «Πέθανε ο Κονδύλης μας πάει κι ο Βενιζέλος/ την πούλεψε κι ο Δεμερτζής/ που θα ‘φερνε το τέλος.// Οσοι γινούν πρωθυπουργοί/ όλοι τους θα πεθάνουν/ τους κυνηγάει ο λαός/ απ’ τα καλά που κάνουν.// Βάζω υποψηφιότητα/ πρωθυπουργός να γίνω/ να κάθομαι τεμπέλικα/ να τρώω και να πίνω.// Και ν’ ανεβαίνω στη Βουλή/ εγώ να τους διατάζω/ να τους πατώ τον αργιλέ/ και να τους μαστουριάζω».
Ανάλογη φλασιά έφαγε και στα 1937, γράφοντας: «Θέλω να γίνω ισχυρός ωσάν τον Μουσολίνι/ ωσάν τον Χίτλερ ζόρικος που ούτε ψιλή δε δίνει.// Σαν τον Κεμάλ που έκανε μεγάλη την Τουρκία/ και κάνουν κόζι οι Ελληνες κι έχουνε απορία.// Κι εσύ βρε Στάλιν αρχηγέ του κόσμου το καμάρι/ όλοι οι εργάτες σ’ αγαπούν γιατί είσαι παλικάρι». «Πώς να το παρουσιάσω αυτό το πράμα στον Μεταξά», γράφει. «Μόνος μου λοιπόν το απόριψα κι έβαλα τα λόγια της Πονηρής», που την τραγούδησε με τον Στράτο. Θαυμάστε: «Εγώ για σε βρε πονηρή θα πάω να μαστουρώσω/ μες στο δικό σου μαχαλά με όλους θα μαλώσω». Σουρώσω αντί μαστουρώσω, λέει βέβαια ο δίσκος. Ας είναι καλά ο Ψαρούδας. (Συνεχίζεται)
