«ΜΕΧΙΚΟ! ΜΕΧΙΚΟ! ΜΕΧΙΚΟ…». Ο Θουκυδίδης γονάτισε στο τραχύ έδαφος, ύψωσε τα χέρια και τον τράχηλο προς τον ουρανό και εξακολουθούσε να αλαλάζει σε κατάσταση παροξυσμού. «Μέχικο!». Αποσβολωμένοι δίπλα του ο Τάκης, η Εφη, η Μαριάνθη κι ο Δημήτρης κοιτούσαν αμίλητοι τον ακροτελεύτιο οικισμό της Ευρώπης. Διακρίνονταν ίσα ίσα επτά οκτώ κατοικήσιμα σπίτια όλα κι όλα κι άλλα τόσα ερειπωμένα. Ασθενής γρεγολεβάντες φορούσε στα χαμηλά, πέτρινα ντουβάρια και στις χωμάτινες στέγες ένα θολό, αδιόρατο πέπλο, βάφοντάς τα στις αποχρώσεις του αυχμηρού τοπίου.
ΟΙ ΔΙΑΠΥΡΕΣ ΑΚΤΙΝΕΣ του ήλιου μαστίγωναν αδυσώπητα τους παραλληλεπίπεδους όγκους, ώσπου οι γωνίες ξεθώριαζαν και διαχέονταν στις καμπύλες του φυσικού ανάγλυφου. Μετέωρα και αβέβαια, σαν αντικατοπτρισμός, τους έκλειναν το μάτι τα Βατσιανά. Οι παραγωγοί των σπαγγέτι γουέστερν θα έβρισκαν εδώ το ιδανικό σκηνικό για τις εμβληματικότερες ταινίες τους. Ομως τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 τη Γαύδο την είχε ξεχάσει ώς κι Θεός.
ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑΝ περί το 1980 ορισμένοι εκκεντρικοί γυμνιστές. Ιταλοί, Αυστριακοί και κυρίως Ελληνες, που τσιτσίδωναν την ουτοπία της αιρετικής Αριστεράς σε καλοκαιρινούς παραδείσους, σε εξωτικούς και παρθένους, άλλοτε μαρτυρικούς προορισμούς εξορίας. Καμιά τριανταριά με το ζόρι, διέμεναν σε δεντρόσπιτα -κοινώς καβάντζες- στο κεδροδάσος του Σαρακήνικου, της μεγαλύτερης παραλίας στη βόρεια πλευρά του νησιού.
ΤΑ ΒΑΤΣΙΑΝΑ απείχαν δυο ώρες ποδαρόδρομο με γρήγορο βήμα. Οι λιγοστοί που αποτολμούσαν να τον διασχίσουν επέστρεφαν κάθιδροι και κατάκοποι, περιγράφοντας ατόφιες εικόνες φαρ ουέστ, εμπλουτισμένες με την ύπαρξη εξεζητημένων ειδών πανίδας. Διαλυμένοι απ’ την αφρικανική ζέστη οι περισσότεροι, κατόρθωναν μετά βίας να σηκωθούν απ’ την αμμούτσα και να βουτήξουν στη θάλασσα. Κατά τα τέλη Αυγούστου, όταν δρόσιζε κομμάτι ο καιρός, άρχιζαν δειλά δειλά τις περιηγήσεις στην ενδοχώρα.
ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ πήραν αργά το απόγευμα το αχαρτογράφητο μονοπάτι και έπειτα από μιάμιση ώρα έφταναν στο Καστρί, την πρωτεύουσα -ο Θεός να την κάνει. Επικοινώνησαν με προσφιλή πρόσωπα στο τηλεφωνείο της Αργυρώς, η οποία με μεγάλη γκρίνια τους ετοίμασε μια πλούσια ομελέτα με ζαμπονάκι Σβαν και ντοματοσαλάτα με ελιές. Εφαγαν με όρεξη, ήπιαν κρύες μπίρες -ανεκτίμητη πολυτέλεια- και κατέφυγαν για ύπνο στο αστυνομικό τμήμα. Τους έδωσε πολύ ευχαρίστως τα κλειδιά ο Σήφης ο μπάτσος, που ‘χε έρθει με δυσμενή απ’ την Κρήτη κι έλιωνε στο Σαρακήνικο στις ρακές.
ΠΡΟΤΟΥ ΣΤΡΩΣΟΥΝ τα σλίπινγκ μπαγκ να κοιμηθούν, έστριψαν έναν μπάφο για να ‘χουν να λένε πως φούμαραν σε σταθμό Χωροφυλακής. Αν και μόλις τριακόσια μέτρα, το υψόμετρο τους χάρισε έναν χορταστικό ύπνο. Ευδιάθετοι κατά τις έντεκα, κίνησαν για το μοναδικό καφε-ζυθο-παντοπωλείο του χωριού, όπου η ιδιοκτήτρια τους σέρβιρε, χωρίς μουρμούρα αυτή τη φορά, ένα στοιχειώδες πλην τονωτικό πρωινό. Κατόπιν πήραν μες στην ντάλα τον φιδωτό, χωματένιο αμαξωτό προς τα Βατσιανά. Καταπονημένοι απ’ τον ανελέητο ήλιο, αντίκρισαν μισή ωρίτσα αργότερα το αλλόκοτο θέαμα που τους άφησε άναυδους, ανατρέποντας με μια σουρεαλιστική προσέγγιση τη συνάφεια του τόπου και του χρόνου. (Συνεχίζεται)
