(Τον Φεβρουάριο του 1982 ξεσπά ανταρσία στις Φυλακές Κορυδαλλού. Πονηρός ο Ευαγγελόπουλος, κρατά μετριοπαθή στάση, εξωθώντας τον Παπαπάνου να παίξει τον «κακό μπάτσο», ρόλο που εκείνος αναλαμβάνει προθύμως).
Ομάδα δικηγόρων με πολυετή ενασχόληση περί την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων διατηρούσε αδιάλειπτη, πλην αδιαφανή επαφή με τους καταληψίες. Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης έκανε τα στραβά μάτια σε τούτα τα παράτυπα επισκεπτήρια, ευελπιστώντας ότι θα συμβάλουν καταλυτικά στην εκτόνωση της έντασης. Αρκετοί άλλωστε από τους συμμετέχοντες εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία, λαμβάνοντας απευθείας εντολές από υψηλούς επιτετραμμένους του μεγάρου Μαξίμου.
Η εκκεντρική ποινικολόγος Ιόλη Κατερινοπούλου, αντιθέτως, τάχθηκε από την πρώτη στιγμή στο πλευρό των εξεγερμένων. Επιφορτίστηκε αυτοβούλως με την επικίνδυνη αποστολή να μεταφέρει κρυφά στους επικεφαλής τους τις προτάσεις των συμμάχων τους εκτός των τειχών και κυρίως να αντλεί πληροφορίες για τα τεκταινόμενα πίσω απ’ τα κάγκελα. Οι μεθοδικές και εργώδεις προσπάθειές της έδωσαν φρέσκο αέρα στο κύμα αλληλεγγύης, μετατρέποντάς το βαθμηδόν σε καταστροφικό για το κράτος τσουνάμι.
Την Κυριακή βγήκαν στο κλαρί το Γεντί και η Αίγινα, τη Δευτέρα η Λάρισα και η Πάτρα και ίσαμε τα μέσα της εβδομάδος δεκάδες καταστήματα, ακόμα και το κάτεργο ανηλίκων της Κασσαβέτειας. Οι καθημερινές διαδηλώσεις περιέβαλαν σαν ασπίδα τους απείθαρχους καταδίκους, που δίκαζαν με τον τρόπο τους την παραβατική, υποκριτική και αμετανόητη κοινωνία. Το ρεύμα συμπαράστασης διευρυνόταν συνεχώς σε τμήματα της συστημικής Αριστεράς, της πεφωτισμένης Δεξιάς και του απόκεντρου Κέντρου. Η αίθουσα ΦΜΣ στη Νομική, που είχε μεταβληθεί σε στρατηγείο του κινήματος, έσφυζε νυχθημερόν από εκατοντάδες στελέχη και οπαδούς ποικιλώνυμων αρκτικόλεξων.
Ο συντονισμός του όλου εγχειρήματος, ωστόσο, γινόταν σε μυστικές, μεταμεσονύκτιες συνεδριάσεις που, για προφανείς λόγους, δεν μπορούσε να συγκληθούν σε ανοιχτό χώρο. Διετέθησαν αντιεξουσιαστικά στέκια, γραφεία ανατρεπτικών εντύπων και αριστερίστικων οργανώσεων, προτιμήθηκε μολαταύτα το σπίτι της Βαγγελιώς χάρη στον βολικό καναπέ του. Τα δεκαπέντε μέλη της επιτροπής πρωτοβουλίας άραζαν ραχατλίδικα στο κάθισμά του και ξάπλωναν ξεκούραστα στην πλάτη του.
Πίνοντας καφεδάκι, τσάι του βουνού και λευκά ή πολύχρωμα αλκοολούχα, στάθμιζαν νηφάλια τα δεδομένα σε κάθε φυλακή, συνυπολόγιζαν τα αιτήματα του αμφιθεάτρου και σχεδίαζαν τις κινητοποιήσεις της επιούσης, για τις οποίες ενημέρωναν τους «μέσα» μέσω της Κατερινοπούλου, που αγόρευε ενθουσιωδώς βυθισμένη στα μαλακά κεφαλάρια. Πρώτη φορά μαραθώνιες συνάξεις αποζημίωναν την ομήγυρη με παρόμοια αισθητική και διανοητική τέρψη.
Τη δέκατη μέρα της εξέγερσης η κυβέρνηση υποχώρησε ατάκτως, ικανοποιώντας τις περισσότερες αξιώσεις των κρατουμένων. Προεδρικό διάταγμα ρύθμιζε τη συγχώνευση διαφορετικών ποινών με ευεργετικό επακόλουθο την άμεση αποφυλάκιση πάνω από δυο χιλιάδων εγκλείστων. Στο νοσοκομείο θα εγκαινιαζόταν οσονούπω νέα πτέρυγα επανδρωμένη στο έπακρο με ιατρικό και υγειονομικό προσωπικό. Το κολαστήριο της Κέρκυρας επρόκειτο να κλείσει οριστικά. Στα υπόλοιπα θα εγκαθίσταντο συστήματα θέρμανσης και θα κατασκευάζονταν τουαλέτες σε κελιά και θαλάμους. Ο μακρύς κατάλογος διαρκούσε.
Και ασφαλώς γινόταν αναντιρρήτως δεκτή η παραίτηση του Παπαπάνου, που αναγκαζόταν να υποδυθεί με βαριά καρδιά και την Ιφιγένεια εν Αυλίδι. Πού να φανταζόταν ο δόλιος πως το καλύτερό του χαμόγελο, κοπιαρισμένο σε χιλιάδες αντίτυπα, ζέσταινε επί τόσες νύχτες τους πισινούς που του ‘σκαβαν τον λάκκο; Ο Παύλος, ο Θοδωρής και ο Μήτσος μαζί με την οικοδέσποινα κοιτάχτηκαν με ένα ηδονικό αίσθημα συνενοχής. (Συνεχίζεται)
