Οταν τα τρακτέρ εγκαταλείπουν τα χωράφια κι αρχίζουν να οργώνουν την άσφαλτο, η οργή κι η απόγνωση των ιδιοκτητών τους έχει φτάσει μάλλον στο ζενίθ. Εμβρόντητη η κοινωνία παρακολουθεί τις ασύντακτες αλλαγές στο συνταξιοδοτικό και τρέμει το φυλλοκάρδι της. Η πορεία αυτών που δεν πρόκειται να αξιωθούν σύνταξη καταλήγει αργά ή γρήγορα -πού αλλού;- στο πεζοδρόμιο. Την απορία των ήδη συνταξιούχων για τα τεκταινόμενα εκφράζει εμμέτρως η μη εξαιρετέα επιστολογράφος μας Μαρία Λιώτη με το σύνηθες φλέγμα της:
Βαρέα κι ανθυγιεινά πλήρωνε μια ζωή
και σήμερα ο κυρ Λουκάς απλά φυτοζωεί.
Στο ΙΚΑ με συνέπεια τις εισφορές του πλήρωσε
και βγήκε εις τη σύνταξη, τα χρόνια σαν συμπλήρωσε.
Στον ίσιο δρόμο βάδιζε με το σταυρό στο χέρι
κι ήλπιζε ανακούφιση η σύνταξη να φέρει.
Τα πράγματα αλλάξανε, γίναμε Ευρωπαίοι
εταίροι εμείς της Κομισιόν, ωραίοι και με χρέη.
Η σύνταξη που έπαιρνε έμεινε η μισή
και ν’ αγοράσει δεν μπορεί μισό κιλό κρασί.
Σακατεμένος ο Λουκάς, απ’ τις ταλαιπωρίες
σκεφτότανε ο δυστυχής και είχε απορίες.
Μπήκαν και βγήκαν στη Βουλή διάφοροι φωστήρες
που στο λαό συστήθηκαν Μεσσίες και Σωτήρες.
Με λόγια ψεύτικα, κενά, χωρίς πνοή κι ειρμό
ανέλαβαν να σώσουνε τη χώρα απ’ τον γκρεμό.
Πλην όμως η πατρίδα μας στο χείλος είναι χρόνια
κι αβέρτα υπογράφονται με δανειστές Μνημόνια.
Σαν έγινε κυβέρνηση μια κάποια Αριστερά
ένιωσε ο φτωχός Λουκάς ελπίδα και χαρά.
«Προστάτης θα ‘ναι σκέφτηκε όλων των ανημπόρων,
αδικημένων της ζωής, αδύναμων κι απόρων».
Είχαν εμφάνιση απλή, χαμόγελα στα χείλια
και έταξαν στους Ελληνες λαγούς με πετραχήλια.
«Δεκάτη τρίτη σύνταξη εμείς θα χορηγήσουμε
πλούσιους και κατέχοντες θα τους φορολογήσουμε».
Κι ενώ μας τα ‘λεγαν αυτά γαλάτα και μαλάτα
στην πράξη τα ‘καναν κι αυτοί τα θέματα σαλάτα.
Μνημόνια υπέγραψαν με μέτρα αυστηρά
και τις συντάξεις έκοψαν ακόμη μια φορά.
Εις του Μαξίμου ο Λουκάς πήγε αγάλια-αγάλια
για να τους πει πως ο λαός πεινάει κι είναι χάλια.
Εσείς που υποστηρίζατε το δίκαιο του εργάτη
την πενιχρή του σύνταξη τη βάλατε στο μάτι.
Την κόψατε, τη ράψατε, την κάνατε μικρή
και η ζωή των ταπεινών έγινε πιο πικρή.
Περίμενε απάντηση ο φουκαράς να λάβει
τους γρίφους της πολιτικής μήπως και καταλάβει.
Ακρα στου Μάξιμου σιωπή, τα ξώφυλλα κλειστά
μόνο μια φράση αντήχησε: «Να τρώτε γεμιστά».
Τα πήρε στο κρανίο του, άρχισε να τα χάνει
και ένιωσε πως δεν μπορεί πια τίποτα να κάνει.
Σ’ ένα παγκάκι κάθισε σε κήπο Εθνικό
έφτυσε τρις στον κόρφο του να φύγει το κακό.
Τα θάρρη κι οι ελπίδες του έφθασαν στο ναδίρ
τα χέρια σήκωσε ψηλά λέγοντας: «Αϊ σιχτίρ».
