Λουκάνικο, γίγαντες, κουνουπίδι γιαχνί, ελιές, τυρί και ντομάτα στο τραπέζι, συνοδεύουν τον ξανθό, άκρατο, αττικό οίνο που ευφραίνει τους λάρυγγες και ξεκλειδώνει τις καρδιές. Τσουγκρίζει η παρέα της Παρασκευής κι αντηχεί η κουβέντα κελαρυστή και κρυστάλλινη. Κάποιας ηλικίας πια η πλειονότητα των μελών της, με αμέτρητα βαρέα και ανθυγιεινά στην Αριστερά, δεν εννοεί παρά ταύτα τα βγει στη σύνταξη. Μικρογραφία της αρχαίας Αγοράς τα καφενεία, έσχατα χαρακώματα της Δημοκρατίας με τις ρητορείες, την οχλοβοή και τους εξοστρακισμούς της. Τέσσερις συντάκτες της «Εφ.Συν.» δεχόμαστε ασύντακτα πλην αδυσώπητα πυρά, τουτέστιν εποικοδομητική κριτική, για την αμήχανη πλεύση της εφημερίδας στα αχαρτογράφητα νερά, στα οποία πελαγοδρομεί χωρίς σωσίβιο η νεόκοπη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.
Εξ οικείων τα βέλη, διασταυρούμενα αλλά φίλια. Απ’ το πρώτο μας φύλλο σταθεροί αναγνώστες οι αυτόκλητοι τοξότες, δεν αστειεύονται ωστόσο διόλου καθώς στοχεύουν κατά Κουμουνδούρου, Συγγρού και Βερανζέρου μεριά κι απ’ τις λεωφόρους και τις παρόδους των Αθηνών τα στρέφουν προς τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και τα σύμπαντα. Εξ απαλών ονύχων στο ΚΚΕ Εσ. και αργότερα στη Β’ Πανελλαδική ο Ξ., δικαιολογεί λίαν επιεικώς τις παλινωδίες της ηγεσίας. «Μειώσεις συντάξεων, αυξήσεις φόρων και κόντρα μέτρα θα ‘παιρνε οιοσδήποτε» διατείνεται. «Η Αριστερά θα κριθεί απ’ την ηθική της».
Προκαλούν θυμηδία σε κάμποσους τα λόγια του. Του υπενθυμίζουν τα προεκλογικά ψέματα, το ξεπούλημα των αεροδρομίων, τις νεοφιλελεύθερες επιλογές. Γλυκαίνει το γιοματάρι την αντιπαράθεση, λειαίνει τους αιχμηρούς φιλιππικούς· ακούγονται λες ως μελωδικές νότες. Καίτοι με την πλάτη στον τοίχο, μάχεται σθεναρά ο συμπολιτευόμενος συνδαιτυμών, ώσπου καταφθάνει αργοπορημένος ένας εκ των στυλοβατών της συντροφιάς που πιάνει συνήθως στασίδι πρώτος πρώτος. Ανησυχούσε η ομήγυρις: «Να σηκώνεις τουλάχιστον το τηλέφωνο όταν καθυστερείς» τον εγκαλεί, γεμίζοντας το ποτήρι του.
Ιστορεί κατόπιν γελαστός τα καθέκαστα: Παλιός κολλητός των περισσοτέρων ο Χ., αραίωσε τις αφίξεις του στον καφενέ, αφότου εξελέγη βουλευτής τετραεδρικής τον Γενάρη. Αγνωστο πού, στη θάλασσα είτε σε καταψύκτη σουπερμάρκετ, αλίευσε ψηφοφόρος του μεγαλόσωμη συναγρίδα κι είχε την καλοσύνη να του τη στείλει. Μικρανιψάκι από κωμόπολη της εκλογικής του περιφέρειας και σύμβουλός του ανέλαβε να οργανώσει τσιμπούσι σε γνωστό εστιατόριο του Κολωνακίου, όπου ο εκλεκτός μεζές καταβροχθίστηκε με τα συμπαρομαρτούντα και επώνυμο κρασί, χρεωμένο 27 ευρώ την μποτίλια. Εξεμάνη ξάφνου ο Ξ. και, εξερχόμενος εν εξάλλω απ’ την εξάρτυσή του, εξαπέλυε μύδρους. «Εκοψε καπίστρι ο Χ. Ακου να ‘χει τρεις έμμισθους συμβούλους και να χλαπακιάζει ιχθείς -πού;- στο Κολωνάκι, πίνοντας πανάκριβα εμφιαλωμένα;» επαναλάμβανε σχεδόν εμμονικά. «Αν ξεγελαστεί και περάσει από ‘δώ θα του ψάλλω τα εξ αμάξης. Αυτή είναι η Αριστερά; Συναγρίδα, Κολωνάκι και σύμβουλοι;».
Από ακραιφνής υποστηρικτής της συγκυβέρνησης είχε μεταβληθεί σε διαπρύσιο πολέμιό της, άτεγκτος απέναντι στον φίλο του, εξαιτίας του αμφιβόλου φρεσκάδας φολιδοφόρου. «Δεν είναι δα τραγικό να τρώει κανείς συναγρίδα και δη δώρο» προσπαθούσαμε να τον ηρεμήσουμε, αλλά εκείνος τον χαβά του. Βουνό το δίκιο του, τώρα που το ξανασκέφτομαι. Διότι δεν αποκλείεται να γλιτώσουν οι ένοικοι του Μαξίμου και οι συν αυτώ απ’ τον θανάσιμο εναγκαλισμό με το Μνημόνιο και να τη βρουν από σαλάχι -συγγνώμη συναγρίδα-, να τους καρφωθεί πά’ να πει κάνα ψαροκόκαλο στον λαιμό και τίποτα λέπια στον ουρανίσκο.
