Βαρύθυμος απίθωσε τη στάμνα στον ώμο ο μικρός Αλέξης και ξεκίνησε να τη γεμίσει στην πηγή Δουνουτού, απορώντας όπως πάντα για τα απαίσια ονόματα που δίνουν οι μεγάλοι στις οάσεις. Γκρίνιαξε δρασκελίζοντας το κατώφλι: «Πάλι εγώ θα τρέχω;» παραπονέθηκε. «Ας πάει κάποιος άλλος μια φορά». Δεν ήταν φυγόπονος. Ούτε λόγος. Το καθήκον όμως που ανέλαβε οικεία βουλήσει ισοδυναμούσε με καθημερινό μαρτύριο. Τα στοιχειά της βρύσης επεδείκνυαν σκαιότατη συμπεριφορά και αποθρασύνονταν οσημέραι. Του έβαζαν το νερό με το σταγονόμετρο και προσπαθούσαν να τον αποπλανήσουν με καταιγισμό ανήθικων προτάσεων, προκειμένου να αυξήσουν λίγο ακόμα τη στάθμη στο πήλινο σκεύος.
Ροβολούσε άνυδρες και έρημες εκτάσεις που μαστιγώνονταν αλύπητα από τις πύρινες ακτίνες ενός ρεμπεσκέ ήλιου. Για να αντέξει τη βασανιστική δίψα αναγκαζόταν κάθε τόσο να βρέχει τα χείλη του κι έτσι, όταν έφτανε επιτέλους στο κονάκι τους έπειτα από κοπιαστική πορεία ωρών, το περιεχόμενο του λαηνιού βρισκόταν ήδη στον πάτο. Τι να πρωτοπιούν τόσα στόματα; Ξεκουραζόταν τσάτρα πάτρα στην κοτρόνα κάτω απ’ την κατάξερη χουρμαδιά και φτου κι απ’ την αρχή. Επαναλάμβανε το εξαντλητικό δρομολόγιο επτά ή οκτώ φορές κάθε μέρα χωρίς το παραμικρό όφελος, καθώς τόσο ο ίδιος όσο και τα μέλη της πολυπληθούς του φαμίλιας εξακολουθούσαν να αποκαλούν το νερό νεράκι.
Υπέμενε τα πάνδεινα ο δόλιος. Δολιχοδρομούσε σαν τον Σίσυφο αιωνίως και ματαίως. Μήτε να κοιμηθεί κατάφερνε. Ο λιγοστός, ταραγμένος ύπνος του διακοπτόταν διαρκώς από φοβερούς εφιάλτες. Εβλεπε συνήθως τον Βησιγότθο αρμοστή να τον απειλεί αφ’ υψηλού, απ’ την καμπούρα θεόρατης καμήλας πά’ να πει, τείνοντας τον δείκτη της δεξιάς και υπογραμμίζοντας μονότονα: «Μην πηγαίνεις τόσο συχνά το κανάτι στην ανάβρα γιατί κάποτε θα σπάσει και θα τα βάψεις μαύρα». Πεταγόταν έντρομος στον σοφά, αλλά το φάντασμα είχε κάνει φτερά. Επέστρεφε μόλις ξανάκλεινε τα μάτια. «…το κανάτι θα σπάσει και θα τα βάψεις μαύρα» τον κοψοχόλιαζε.
Συναντούσε πλειστάκις ανυπέρβλητα εμπόδια στη διαδρομή, όπως σήμερα. Δεν είχε απομακρυνθεί αρκετά απ’ το σπίτι, όταν άκουσε άγρια αγέλη σκυλιών ν’ αλυχτά μανιασμένα. Πυκνό σύννεφο σκόνης αντάριαζε την οθόνη των οριζόντων κι ένα ξέφρενο ποδοβολητό διαμέλιζε τη γαλήνη του πρωινού. Καίτοι εξοικειωμένος με τ’ αγρίμια της άγονης στέπας, σκιάχτηκε τούτη τη φορά το φυλλοκάρδι του. Δεν αλαφιάστηκε για τον εαυτό του. Σκέφτηκε μήπως ραγίσει η υδρία και τον έπιασε σύγκρυο. Κρύφτηκε λοιπόν πίσω από έναν αμμόλοφο και περίμενε να περάσει το καραβάνι.
Η χλαπαταγή του ‘παιρνε τώρα τ’ αυτιά. Η πομπή ήταν παράδοξη και παρδαλή. «Τσίρκο ΣΥΡΙΖΑ» αναγραφόταν φαρδιά πλατιά στην πρώτη άμαξα. Αφηνιασμένοι οι σκύλοι όρμησαν στα πλοία της ερήμου, προξενώντας θαλασσοταραχή εννέα Μποφόρ. Ενας αλλόκοτος συρφετός από θηριοδαμαστές, ακροβάτες, ταχυδακτυλουργούς, μαθητευόμενους μάγους, σαλτιμπάγκους, γελωτοποιούς, κλόουν και παλιάτσους εμφανίστηκαν στα παράθυρα, επιδιδόμενος στις πιο αφύσικες παντομίμες για να κατευνάσει τα αιμοβόρα ένστικτα των επιτιθέμενων. Εμβρόντητος παρακολουθούσε ο Αλέξης. Δεν είχε την ευκαιρία ποτέ στη ζωή του να απολαύσει παρόμοιο θέμα. Οι υλακές σίγησαν όντως μετ’ ολίγον. Στο τελευταίο κάρο ένας γηραιός αρτίστας, κρατώντας πολύχρωμο φλάμπουρο, εξηγούσε στον Μητροπρωτόπουλο πως το όνομά του θα μπει δεύτερο στη μαρκίζα. «Σύρ’ γ@αμήσ’» αποκρίθηκε εκείνος σε άπταιστα αραβικά. Ο μικρός αναλύθηκε σε τρανταχτά γέλια. Τόσα που του ‘φυγε το σταμνί απ’ τα χέρια κι έγινε χίλια κομμάτια σε παρακείμενο αγκωνάρι.
