Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Λάβρος διερρήγνυε τα ιμάτιά του στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής: «Διαμαρτύρομαι εντονότατα για όσα έγραψες. Δεν ισχύει το παραμικρό απ’ αυτά». Με πήρανε τα γέλια. Ηταν Ιούνιος του 2014. Μόλις άρχιζε το Μουντιάλ της Βραζιλίας. Είχαμε κι οι δυο τη φαεινή έμπνευση να παραβρεθούμε νοερά στα γήπεδα της Νότιας Αμερικής. Εκείνος μέσω του δαιμόνιου, όσο και μυστηριώδους ανταποκριτή του Λάκη Λαλάκη κι εγώ… αυτοπροσώπως, καίτοι παρέκκλινα μετ’ ολίγον κατά Αμαζόνιο μεριά.

Ανακαλώ στη μνήμη το απόσπασμα που προκάλεσε την οργή του και για το οποίο στηνόμουν άδικα στα έξι μέτρα: «Θαυμαστής παιδιόθεν της Μπέλλου δεν το ‘φερε, μολαταύτα, η μοίρα ν’ αποκτήσω παρτίδες με Μπέλλους γένους αρσενικού. Ωσπου πριν από είκοσι μήνες, εδώ στην “Εφ.Συν.”, προέκυψε ο μικρός το δέμας αλλά Ηρακλής στη γραφίδα Λάκης Μπέλλος. Λατρεύω το πνεύμα του, τις ευφυείς του ατάκες, την οξυδερκή του σάτιρα. Προσθέτει αλλιώτικη αξία στο φύλλο. Τον παρακολουθώ ανελλιπώς διότι τα γραπτά του, εκτός από υπομειδιάματα και τρανταχτά γέλια, προκαλούν προβληματισμό για τα χάλια μας· το “λουκέτο” με το οποίο απαξιώνουν τρόικα κι Απολειποεκλείπειν (σ.σ. Σαμαροβενιζέλοι) τις τσέπες, την αξιοπρέπεια, τη χαρά της ζωής, την αισθητική, τις ψυχές μας. Παρότι συγκατοικούμε στην ίδια τρέλα, προσωπικώς τον γνωρίζω ελάχιστα. Δεν ταιριάζουν οι ώρες μας».

Κατηγορούμενο μ’ έκανε να αισθανθώ για τους επαίνους που είχα την… αγένεια να απευθύνω στο άτομό του. «Υπερβολές» επέμενε. Του εξήγησα πως εννοώ και τις υπογεγραμμένες του κειμένου, μολονότι είχε αποδοθεί στο μονοτονικό. Αν έκφραζα ειλικρινά την άποψή μου για τον ίδιο και τη δουλειά του, έπρεπε να επεκταθώ σε εγκώμια και διθυράμβους, επισήμανα. Κρατήθηκα όμως, καθώς αποφεύγω να ευλογώ τα γένια της εφημερίδας. Με ευχαρίστησε με συστολή, σχεδόν με μάλωσε, αξιώνοντας να είμαι φειδωλός εφεξής στα καλά λόγια.

Η κακιά μοίρα το ‘φερε να φύγω με άδεια, κατευοδώνοντας τον παιδικό φίλο και συμμαθητή μου Γιώργο Ξυλούρη και να επιστρέψω με τη στενόχωρη οφειλή να αποχαιρετήσω τον συνένοικο στο τελευταίο θρανίο της «Εφ.Συν.» Ηρακλή Μπέλλο. Τον φανταζόμουν να κοκκινίζει πίσω απ’ τ’ ακουστικό σαν κορίτσι του παλιού καιρού, όπως όταν συστηθήκαμε, σε μια απ’ τις πρώτες επεισοδιακές γενικές συνελεύσεις του συνεταιρισμού μας. Καθόταν παράμερα, παρακολουθώντας σοβαρός τους έντονους διαξιφισμούς χωρίς να μιλά. Πολλοί τον βλέπαμε για πρώτη φορά.

Σεμνά δέχτηκε τα συγχαρητήριά μας για τη στήλη του· ντροπαλά. Εκτοτε συναντηθήκαμε πέντ’-έξι φορές όλες κι όλες κι άλλες τόσες μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Συμπέσαμε σε μερικά ομηρικά τσιμπούσια στην πλατεία Καρύτση, σιγοντάροντας τη φωνή της Ευρυδίκης. «Η πραγματική πηγή του χιούμορ δεν είναι η χαρά, αλλά η λύπη. Δεν υπάρχει χιούμορ στον Παράδεισο» έλεγε ο Μαρκ Τουέιν. Στο πρόσωπο του Λάκη διέκρινες χαραγμένο το αποτύπωμα της θλίψης. Γνήσιος και χαρισματικός μάστορας της σάτιρας, μετρ της ατάκας, απογείωσε την «Εφ.Συν.» στη σφαίρα της εμπνευσμένης επιθεώρησης, εφαρμόζοντας τη ρήση του Βιτγκενστάιν πως «μια σοβαρή και καλή φιλοσοφική εργασία μπορεί να αποτελείται εξ ολοκλήρου από ανέκδοτα». Ορφάνεψε ξαφνικά η τελευταία σελίδα μας. Δυσαναπλήρωτο το κενό του. Για να μη με μαλώσει ξανά προσθέτω κάτι που μου ‘λεγε ο ίδιος με την χαρακτηριστική ταπεινοφροσύνη του: «Δεν είναι δύσκολο να παράγεις χιούμορ όταν τέτοιες κυβερνήσεις δουλεύουν για σένα».