Προτίμησα τη δημοσιογραφία πρωτίστως για τα ανάποδα ωράριά της, καθότι τυγχάνω αθεράπευτα νυχτερινός τύπος. Τριάντα τόσα χρόνια αργότερα δεν μετανιώνω για την επιλογή: ακόμα κι αν σπάσει ο διάβολος το ποδάρι του και ξυπνήσω πρωί, μία στις χίλιες, είμαι τόσο ζαβλακωμένος που θα απέδιδα τραγικά σε κάθε κανονική δουλειά. Λόγω επαγγελματικής ρουτίνας, λοιπόν, σπανίως βρισκόμουν σπίτι αργά το απόγευμα ή νωρίς το βράδυ. Οπότε δεν είχα την ευκαρία να παρακολουθήσω τα πολύκροτα σίριαλ που καθήλωναν το φιλοθέαμον κοινό στην οθόνη. Τα καλά του επαγγέλματος!
Ληθαργικές καταστάσεις που βίωσα, μολαταύτα, κατά τη διάρκεια της καραντίνας. Ανυποψίαστος στον καναπέ τις μικρές ώρες, είχα την ατυχία να πέφτω πάνω σε επαναλήψεις λαοφιλών σειρών. Και οπωσούν μισοκοιμισμένος, ίσως ακριβώς γι’ αυτό, κατάφερνα να αποκρυπτογραφώ τη συνταγή: Δεν ήταν δα δύσκολο! Σενάρια της κακιάς ώρας, γραμμένα στο πόδι ακόμα κι αν αφορούν μεταφορές λογοτεχνικών έργων. Φτωχά ελληνικά που εξαντλούνται σε ευάριθμες εκατοντάδες λέξεων του συρμού· συμπεριλαμβανομένων άρθρων, συνδέσμων, προθέσεων και επιφωνημάτων. Πλοκή που αν παρ’ ελπίδα κινήσει το ενδιαφέρον ξεχειλώνεται σε μισή ντουζίνα επεισόδια, ώσπου καταντά εκνευριστικά πληκτική.
Ηθοποιοί με άθλιες ερμηνείες, τόσο που κάνει μπαμ από χιλιόμετρα πως κυνηγούν την αρπαχτή διά της αγγαρείας. Οι φτηνιάρικες παραγωγές, που προστίθενται μοιραία σε όλα αυτά, δημιουργούν υποπροϊόν που ταιριάζει στον αδόκιμο όρο τηλε-σκουπίδι. Οι ωραίες και οι ωραίοι δεν αισθάνονται την ανάγκη να κοιταχτούν στον καθρέφτη. Επιβεβαιώνουν την ομορφιά τους στο βλέμμα των γύρω τους. Απ’ τον καθρέφτη ζητούν αναγνώριση οι ανασφαλείς και κακομούτσουνοι. Καλή ώρα, οι συντελεστές των ελληνικών σίριαλ, που γνωρίζουν καλύτερα απ’ όλους την ασχήμια της δουλειάς τους και προσπαθούν να την καλλωπίσουν εκθέτοντάς την ολημερίς στο παραμορφωτικό κάτοπτρο της τιβί. Τη βρόμικη δουλειά αναλαμβάνουν οι κουτσομπολίστικες εκπομπές της πρωινής ζώνης: «Ο πρωταγωνιστής χώρισε έπειτα από μακρά σχέση τεσσάρων μηνών». «Η ηρωίδα τυγχάνει ερωτευμένη τρίτη φορά το τελευταίο δεκαπενθήμερο» και ηχηρά παρόμοια.
Ξημεροβραδιάζονται στα κανάλια οι δήθεν θιγόμενοι διαψεύδοντας τάχα τα κίτρινα ρεπορτάζ. Μετατρέπονται έτσι σε πρόσωπα της ημέρας. Αλάνθαστη μέθοδος. Οταν ένα κακής ποιότητος εμπόρευμα δεν κάνει γκελ στους καταναλωτές και δεν δημιουργεί θέμα, ο μόνος τρόπος για να πουλήσει είναι να γίνει, π’ ανάθεμά το, θέμα το ίδιο. Η τηλοψία διαιωνίζει την κυριαρχία της αναπαράγοντας διαρκώς το δυσειδές είδωλό της. Καίτοι καθισμένοι βαθιά στον καναπέ, οι τηλεθεατές πατάνε στα γεμάτα την μπανανόφλουδα, καταπίνουν αμάσητη τη φόλα. Επιβραβεύουν με διψήφια νούμερα τις σαπουνόφουσκες καθιστώντας τες διαχρονικά σουξέ.
Η μπογιά των τηλεαστέρων ξεβάφει κάποτε στην οθόνη. Το φαν κλαμπ τότε τους στέλνει με εισιτήριο πρώτης θέσης στο εγχώριο Κοινοβούλιο ή την Ευρωβουλή κι ύστερα χτυπάει το κεφάλι του στην κοτρόνα. Τα χούγια των απανταχού τηλεορασόπληκτων προσιδιάζουν στην κουλτούρα του μέσου ψηφοφόρου. Οι πολιτικοί αντιγράφουν τη δοκιμασμένη συνταγή. Την εφαρμόζουν εσχάτως στο ακέραιο τα υπό ίδρυση κόμματα Τσίπρα και Καρυστιανού. Υπάρχουν, βέβαια, και φωτεινές εξαιρέσεις. Σειρές γυρισμένες με διεθνείς προδιαγραφές. Πρόκειται για την περίπτωση της κυβέρνησης. Παγκόσμια υπερπαραγωγή. Σίριαλ αδιάκοπων σκανδάλων με σεναριογράφους ξένους ειδικούς [Ταλ Ντίλιαν, Λάουρα Κοβέσι] και πολυπληθή θίασο που περιλαμβάνει σύσσωμο τον εσμό της Ν.Δ. και εκτοξεύει στην εξώσφαιρα το σασπένς. Το κοινό, δυστυχώς, παρακολουθεί απαθές και αποχαυνωμένο.
