Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αδιάντροπος και ιδιαζόντως θρασύς, με ερέθισμα τις ιστορίες «Του χιονιού» της Τασίας Βενέτη από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό», εκπόνησα το περασμένο Σάββατο ακόμα ένα από τα ενοχλητικά και αναιδή μετεωρολογικά δελτία που επιμένουν να εστιάζουν στον κακό μας τον καιρό, με την ελπίδα πως θα με συγχωρήσει η καλή συγγραφέας. Παρεμπιπτόντως αγριεύουν τα μετέωρα το διήμερο, επιφυλάσσοντας νεφώσεις στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας και βροχές με τοπικές καταιγίδες στα δυτικά.

Εντόπισε η καλπάζουσα φαντασία μου ξωτικά, στοιχειά και τελώνια πέριξ του μεγάρου Μαξίμου, που μόνο οι κάτοικοι της υπαίθρου μπορούν να αντικρίσουν, επειδή παραμένουν καθαροί, αγνοί και αρκούντως αθώοι. Ο ήρωάς μου, ο οποίος εμβρόντητος τα περιέγραφε, ήταν τάχα μου ένας γέροντας από την ορεινή Αρτα κοντοχωριανός του πρωθυπουργού, παρεπιδημών στην πρωτεύουσα τους χειμερινούς μήνες. Για να γίνω πειστικότερος μετήλθα χωριάτικο γλωσσικό ιδίωμα, αλλά, καθώς οι προσλαμβάνουσές μου προέρχονται κυρίως από την πεδινή Θεσσαλία, φαίνεται πως τα θαλάσσωσα καλή ώρα σαν τον ΘΑλέξη.

Ραδοβίζι ονομαζόταν η επαρχία των Τζουμέρκων στην οποία ανήκε η Σκουληκαριά, γενέτειρα του Καραϊσκάκη και του Γώγου Μπακόλα, προτού πέσει θύμα του «Καποδίστρια» και του «Καλλικράτη». Ο Δημήτρης Κραμπής, πρόεδρος της «Αδελφότητας των εν Αθήναις Σκουληκαριτών», φρύαξε διαβάζοντας το απαράδεκτο πόνημά μου. Και παρότι με συγχωρεί με γενναιοφροσύνη, μπαίνει στον κόπο να με διορθώσει αποδίδοντας το κείμενο «στη γνήσια ντοπιολαλιά της ορεινής Αρτας, αλλά και των ορεινών της Καρδίτσας, των Τρικάλων και του Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας», όπως μου γράφει ευγενικά.

Ισόβιες οι νεράιδες του Μαξίμου δεν χάνουν ποτέ την επικαιρότητά τους, ακόμα και όταν κατεβαίνουν στις πορείες υπό την προστασία των ΜΑΤ. Η ανορθόδοξη ορθογραφία, σημειώνει ο επιστολογράφος, εξυπηρετεί την κατανόηση της προφοράς: Οπου υπάρχει «γιώτα» σε παρένθεση ακούγεται ελάχιστα. Ο ήχος του «γιώτα» στο τέλος της λέξης είναι οξύς και του «ήτα» παχύτερος. Εχουμε και λέμε λοιπόν: Του χ(ι)μώνα έρχουντι τα πιδιά μ’ στου χουριό κι μι κατιβάζν(η) σ’ν Αθήνα. Να χαρού κι τ’ αγγόνια μ’ κι να μι σινηφέρνη κουμματάκ(ι) οι γιατροί.

Κι κατά τουν απρίλ(η) να ξαναπάου στ’ αγαπημένα μ’ τα Τζουμ(ι)έρκα. Δε μπιρνάει ου άτιμους ου κιρός ιδώ ζμπρουτέουσα. Στου καφινείου δε γκσέρου άνθρουπου. Κειν’ς τσ’ γειτόν’ς π’ γνουρίζου δε ντς γλιάπου πουτέ. Γειρόντ’ σάγκι μιάνα οι πιρσότιρ(ι) χουρχλιάζν(η) σ’ τ’ σόμπις κι τα παπλώματα. Σιάρνου π’ λες τα πουδάρια μ’ κάθη προυή ώς τουν Ιθνικό του Γκήπου κι πιρπατάου μαναχός να δει λίγου πράσινου του μάτι μ’, να θμηθού μ’πατρίδα μ’. Κατά του μισ(ι)μέρ(ι) σταματάου στου κιλικίου κι πίνου δυο τσιπράκια να λαγαρίσ(η) λίγου του μυλό μ’. Φιάβγου ουλουιάνα απ’ ν’ Ηρώδ(η) τ’ Αττ(ι)κού μι ν’ ηλπίδα πως μπουρεί ν’ ανταμώσου του παλικάρ(η) του Ντζίπρα, ειάνα τσ(ι)γάρου δρόμους τα χουριά μας.

Αστραπουβλήθκα τ’ς προυάλλης πηρνώντας απ’ τ’ Μαξίμ’. Φανηρώθκαν’ π’ λες μπρουστά μ’ τρεις λιβέντις Αη Γιώργηδις μη λιφκιές φουρισιές, πάνου ση κάτασπρα άλουγα. Ούη Παναήα μ’. Ου ειάνας ήταν φτυστός ου προυθυπουργός, ου άλλους σα να ‘φηρνη τ’ Νικ’ τ’ Παππά κι ου τρίτους, πιο ηλικιουμένους, κράταει του φλάμπουρου τ’ αγώνα κατά τουν κατακτητών. Τ’ς πήρα π’ λες απού κουντά. Πάειναν ζμπουρεία κι μι τ’ ακόντια σκότουσαν του τέρας ν’ τρόικα. Τι να σ’ που, ή ου κόσμους είν’ αθώους κι τ’ς γλιέπ’ ή βγιέν’νη.