ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Φρενίτιδα με τα τραγούδια του Μίκη είχε καταλάβει τους πάντες αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση. Οι δισκογραφικές, που θησαύρισαν κάνοντας τα χατίρια της χούντας, προεξοφλούσαν την πτώση της κι είχαν επανεκδώσει τους απαγορευμένους δίσκους του σε χιλιάδες αντίτυπα περιμένοντας την ώρα της αρπαχτής. Μπιγκ μπίζνες! Περισσότερο κι απ’ τους αριστερούς τους άκουγαν μανιωδώς οι υποτιθέμενοι αντιστασιακοί που ’χαν αίφνης πλημμυρίσει τη χώρα.

Ο εξόριστος συνθέτης γέμιζε μέρα παρά μέρα τη Λεωφόρο, τον Πανιώνιο, τη Φιλαδέλφεια και το Καραϊσκάκη σε τελετουργικές συναυλίες που ξεσήκωναν τα διψασμένα πλήθη. Κι από κοντά ο Λοΐζος κι ο Λεοντής. Σαββόπουλο άκουγαν τότε οι ψαγμένοι. «Τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα», που τραγουδούσε ο ίδιος. Τουτέστιν πολιτικοποιημένοι ροκάδες, αναρχοαυτόνομοι, φρικιά κι οι νέοι με τ’ αμπέχονα που συνωστίζονταν στις παραφυάδες των ακραίων εκφάνσεων της Αριστεράς.

Ριζίτικα με τον Ξυλούρη προτιμούσαν εναλλακτικά οι κνίτες, ίσως από κεκτημένη ταχύτητα, ώσπου ν’ ανακαλύψουν τ’ αντάρτικα και να αντικαταστήσουν την «Ξαστεριά» με το «Στ’ άρματα, στ’ άρματα». Η Κεντρική τους Επιτροπή δυστροπούσε με τον στίχο «πάρε στη σκιά σου τούτο το παιδί που δεν έχει κόμμα να ψηφίσει, να ψηφίσει» και πάθαινε δυσανεξία με το βέβηλο «και το κόμμα με τραβάει απ’ το μανίκι», οπότε θεωρούσε τον Νιόνιο μικροαστό και συνοδοιπόρο της αντίδρασης.

Το «Η πλατεία ήταν γεμάτη» δονούσε, βέβαια, τις πολιτικές συγκεντρώσεις μαζί με το «Είμαστε δυο, είμαστε τρεις», τον «Δρόμο» και τα «Αγροτικά» του Μπακαλάκου. Μέχρις εκεί όμως. Ο Σαββόπουλος είχε κατηγοριοποιηθεί ως τροβαδούρος του πολιτικού περιθωρίου. Η θεματική των τραγουδιών του, ο αναστοχασμός στον οποίο καλούσαν οι ιδιοφυείς στίχοι τους, τα υπαρξιακά τους σημαινόμενα φάνταζαν ξένα στην πλειοψηφία που κατανάλωνε σωρηδόν εύπεπτα επικολυρικά σουξέ. Ο Νιόνιος εξέφραζε όσο κανείς τους κολασμένους του κοινωνικού και πολιτικού παλκοσένικου. Ανοιγε αλλόκοτους δρόμους: Απογείωσε την αποσυνάγωγη Μπέλλου, εισηγήθηκε την «Εκδίκηση της γυφτιάς», επέβαλε την Οπισθοδρομική Κομπανία.

Η θεαματική στροφή του προς την κρίσιμη μάζα που κάλπαζε καβάλα στον ψευδεπίγραφο Πήγασο του ΠΑΣΟΚ γραμμή για τα χειμερινά ανάκτορα των θώκων της εξουσίας είχε ήδη διαφανεί στη «Ρεζέρβα» (1979), αν και τραγούδια όπως «Ο πολιτευτής», «Για τα παιδιά που ’ναι στο κόμμα» και κυρίως το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» υπήρξαν παράφωνα αποστάγματα του παλιού εαυτού του. Ολοκληρώθηκε, πάντως, με το εθνεγερτικό «Ας κρατήσουν οι χοροί» στα «Τραπεζάκια έξω» (1983).

Γραβατωμένος, ξουρισμένος και κοντοκουρεμένος, καίτοι με τιράντες ακόμη, εμφανίστηκε το «βρόμικο ’89» με το σουξέ «Το Μητσοτάκ», που τον έδεσε εσαεί με την ακατονόμαστη δυναστεία. Στα φεστιβάλ της ΟΝΝΕΔ απέκτησε κατόπιν παράταιρο κοινό, που τον χειροκροτούσε μηχανικά νιώθοντας ξένο σώμα στον σαββοπουλικό ιδεόκοσμο. Στο δημοψήφισμα του ’15 τάχθηκε αναφανδόν υπέρ του «Ναι» και το ’23 πάσχισε για την αυτοδυναμία του Κούλη.

Οβιδιακή μεταμόρφωση! Αποβιβάστηκε με σάλτο μορτάλε από την καρότσα του Φορτηγού που τον έφερε με οτοστόπ στην Αθήνα το 1963 για να συνεχίσει το ταξίδι του στα δερμάτινα σαλόνια χλιδάτων SUV. Οπως και να ’χει, παραμένει πάντοτε, μέσα από τις αντινομίες του, ο δικός μας Νιόνιος και τον αποχαιρετούμε με ευγνωμοσύνη για τις συγκινήσεις με τις οποίες σημάδεψε τη νιότη μας, για τις στιγμές απελευθερωτικής ενατένισης και αυτογνωσίας που μας χάρισε.