Σήμερα θα ασχοληθούμε με τη γραμματική, το συντακτικό και τις ασύντακτες υποχωρήσεις. Αρχίζουμε με την αόριστη αντωνυμία κανένας, καμία, κανένα· τόσο φευγαλέα και ασαφή, ώστε επιδέχεται πολλαπλές χρήσεις και ερμηνείες. Λέμε, επί παραδείγματι, «πάμε να πιούμε ΚΑΝΕΝΑ κρασί» στον κολλητό μας και εννοούμε δυο τρία κιλά έκαστος. Ο Τσακα-λόττος (εκ της φορολόγησης των παιχνιδιών του ΟΠΑΠ) ακούει οίνο και φαντασιώνεται εκατό εκατομμύρια ευρώ. Ο καθένας με το αλκολίκι του. Ας επιστρέψουμε όμως στις αντωνυμίες μας· ούτως ή άλλως, η πρωτοδεύτερη φορά Αριστερά το πάει φιρί φιρί, εκτός από το ξανθό γιοματάρι, να μας κόψει ακόμα και το νερό.
Φοβάμαι πως παραλογίζονται οι επιτελείς της. Ο Γιώργος Σταθ(μ)άκης, καθότι σταθμός στην πολιτική ζωή του τόπου, κομπορρημονούσε τις άλλες στη Βουλή: «ΚΑΝΕΙΣ δεν μπορεί να μας κατηγορήσει ότι άλλα λέγαμε προεκλογικά και άλλα κάνουμε μετά». Πάνω κάτω τα ίδια έκρενε και η κυβερνητική απρόσωπος Γ. Ολγοβασίλη. Το ανορθόδο εν προκειμένω είναι πως αμφότεροι διατύπωναν με αξιοπρόσεκτη σοβαροφάνεια τη σχετική φράση, νομίζοντας μάλιστα πως κατατροπώνουν τους αντιπάλους τους. Στην πραγματικότητα έφερναν στα χείλη του πολυπληθούς ακροατηρίου τους τη γνωστή ρεκλαματζίδικη ατάκα: «Το άλλο με τον Τοτό το ξέρετε;»
Υστερικά επαναλάμβαναν τα καϊνάρια του ΣΥΡΙΖΑ πριν από την πρόσφατη κάλπη τη ρίμα: «ΚΑΝΕΝΑ σπίτι σε χέρια τραπεζίτη»· τόσο, ώστε την ανέδειξαν σε ένα από τα λαοφιλέστερα συνθήματα του Σεπτεμβρίου. Τώρα που ανοίγουν, όχι την Κερκόπορτα, αλλά τη Χρυσή Πύλη των Θεοδοσιανών Τειχών, μαζί με τις αντίστοιχες του Αγίου Ρωμανού, του Ρηγίου, της Σηλυβρίας και του Πολυανδρίου και μπάζουν στην Πόλη τα κοράκια των πιστωτικών ιδρυμάτων και τα γεράκια των ξένων funds, τι να πουν;
Ρεντίκολα κανονικά σιγοψιθυρίζουν ό,τι και ο λαγός του παλιού ανέκδοτου, εκείνος που πουλούσε τσάμπα μαγκιά στο λιοντάρι: «Λέμε και ΚΑΜΙΑ μ@λ@κί@ να περάσει η ώρα». Εξ Αιτωλίας ορμώμενος βουλευτής της πλειοψηφίας χαρακτήρισε από ραδιοφώνου βολονταρισμό την αλόγιστη χρήση των αόριστων και ασαφών μερών του λόγου. Ατιμο πράμα οι αντωνυμίες. Διότι η πρώτη κατοικία προστατευόταν κουτσά στραβά από τον νόμο Κατσέλη. Δεν είχε ανάγκη περαιτέρω προφύλαξης. Μολαταύτα η κυβερνώσα Αριστερά χρειαζόταν πάση θυσία τη δόση. Οταν πέφτεις μεγάλος στην πρέζα, κλάφ’ τα Χαράλαμπε.
Ισοπεδωτικό το κουαρτέτο, αξίωνε να βγάλει τα σπίτια του κοσμάκη στο σφυρί. Το Μαξίμου όφειλε να πει «όχι». Αν δεν μπορεί, τότε καλύτερα να βγει το ίδιο σε πλειστηριασμό, αλλά εδώ δεν αγοράζονται μπιρ παρά τα φιλέτα, ποιο κορόιδο θα ψωνίσει τους κατιμάδες; Προτίμησε να διαπραγματευτεί μια έντιμη συμφωνία – τρέμει το φυλλοκάρδι μου όποτε ακούω σχετικά. Αποτέλεσμα: το 40% των «κόκκινων» δανειοληπτών μένει ακάλυπτο. Το 35% καλύπτεται μεν, αλλά θα καταβάλλει γερές δόσεις κι αν, ο μη γένοιτο, υπάρχει πατρικό στο χωριό, θα το καταπίνει αμάσητο η μαρμάγκα. Το ρέστο 25%, το πιο ευάλωτο, προστατεύεται μόνο αν ζει στο όριο της φτώχειας, ήτοι με 584 ευρώ ατομικό μηνιάτικο ή 1.474 για τετραμελή οικογένεια κι αυτά μικτά και προ φόρων. Φέξε μου και γλίστρησα πά’ να πει. Το Τσακα-λόττος, πάντως, προβλέπεται να σπάσει ταμεία. Αυτός δεν είναι υπουργός. Είναι ο πρώτος αριθμός του Τζόκερ.
