Αρρηκτα συνδεδεμένο με την εμβληματική Σωτηρία Μπέλλου, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, συμμετείχε σε δεκάδες συναυλίες για την Παλαιστίνη, τυγχάνει το τελευταίο δεκαήμερο του Αυγούστου. Γιατί γεννιέται την 22η μέρα του στα Χάλια της Εύβοιας και αναχωρεί για τα επουράνια πάλκα στις 27 του ίδιου μήνα από το νοσοκομείο Μεταξά, όπου νοσηλευόταν με καρκίνο του φάρυγγα. Μεγαλώνει στον προσφυγικό συνοικισμό της Νεάπολης στη Χαλκίδα, εκεί που ο καταγόμενος από τη Ρούμελη πατέρας της διατηρεί παντοπωλείο.
Ο παππούς της, παπα-Σωτήρης Παπασωτηρίου, που ’χει τ’ όνομά του, την παίρνει τακτικά μαζί του στις λειτουργίες κι αυτή γίνεται ένα με τους ψαλτάδες. Νιάνιαρο ακόμη, ακούει τη Σοφία Βέμπο στο ραδιόφωνο και της καρφώνεται να γίνει τραγουδίστρια. Είναι ζωηρή κι ατίθαση, σωστό αγοροκόριτσο. Ισως γι’ αυτό οι δικοί της πασχίζουν να την παντρέψουν νωρίς. Στα δεκάξι την αρραβωνιάζουν μ’ έναν οικογενειακό φίλο, αλλά, όταν της πουλάει ζοριλίκια, του πετάει τη βέρα κατάχαμα και σπάει πλάκα να τον βλέπει στα τέσσερα να την ψάχνει. Παντρεύεται τελικά στα δεκαεπτά τον ελεγκτή του ΚΤΕΛ Βαγγέλη Ντριμπούρα, θαμώνα του μπακάλικου.
Ιδιόρρυθμος χαρακτήρας, δεν συμβιβάζεται εύκολα με τον έγγαμο βίο και, όταν διαπιστώνει πως ο λεγάμενος έχει ερωμένη, εφοδιάζεται με βιτριόλι απ’ το μαγαζί τους και του περιλούζει το πρόσωπο στο καφενείο που συχνάζει, μπροστά στην παρέα του. Ευτυχώς, φοράει γυαλιά και γλιτώνει τα μάτια του. Συγκαταλέγεται στις πρώτες Ευρωπαίες βιτριολίστριες. Ο πατέρας της δεν αντέχει το ρεζιλίκι, δεν πατάει καν στη δίκη και δεν θέλει να την ξαναδεί ούτε ζωγραφιστή. Αποκόβεται έτσι διά παντός από την οπωσούν ευκατάστατη οικογένειά της.
Δεσμώτρια στις γυναικείες φυλακές τη βρίσκει ο πόλεμος του ’40. Η εκεί κράτησή της καθορίζει τις μετέπειτα σεξουαλικές της προτιμήσεις. Αποφυλακίζεται στην Κατοχή και οργανώνεται στο ΕΑΜ. Συλλαμβάνεται από τους ναζί, βασανίζεται στη διαβόητη οδό Μέρλιν και συμμετέχει ενεργά στη μάχη της Αθήνας, τον Δεκέμβρη του ’44. Ενδιαμέσως γυρίζει με την κιθάρα της στα ταβερνεία των Εξαρχείων και τραγουδάει για ένα πιάτο φαΐ. Συζεί με τον Δήμο, δέκα χρόνια πρεσβύτερό της, απ’ τον οποίο κολλάει το δεύτερο μεγάλο της πάθος: τον τζόγο.
Ωθηση παίρνει η έφεσή της στη μουσική μετά τον Πόλεμο, καθώς κάποιος πελάτης τη φέρνει σε επαφή με τις δισκογραφικές. Τραγουδά σε πρώτη εκτέλεση τον «Απόκληρο» και το «Μη μου ξαναφύγεις πια» του Τσιτσάνη, το «Ανοιξε-άνοιξε» και την «Πειραιώτισσα» του Παπαϊωάννου, το «Τρελό Κορίτσι» του Χιώτη, Μητσάκη, Καλδάρα, Λαύκα και τόσους ακόμα. Τεράστια τραγούδια που αναδεικνύουν οι συγκλονιστικές ερμηνείες της, το σπάνιο μέταλλο της φωνής της. Η καριέρα της απογειώνεται.
Ντελαπάρει, ωστόσο, εξαιτίας του εθισμού της στο αλκοόλ και του δύστροπου χαρακτήρα της, που την αποξενώνουν με την πιάτσα. Μένει στην αφάνεια πολλά χρόνια και ζει σε απόλυτη ένδεια στο Περιστέρι με τη Γεωργία, τη σύντροφό της. Σηκώνει εκ νέου κεφάλι περί τα τέλη του ’60, οπότε ξανανεβαίνει στα πάλκα και ξαναμπαίνει δειλά στη δισκογραφία. Μετά τη μεταπολίτευση, χτίζεται η δεύτερη καριέρα της. Πρωτοποριακές συνεργασίες με τους Μούτση, Σαββόπουλο, Ανδριόπουλο, Λάγιο, με μοναδικά τραγούδια που θα μας συντροφεύουν επί δεκαετίες. Αντισυμβατική, περιθωριακή, κολασμένη, ομορφαίνει τις ζωές μας με την απαράμιλλη φωνή της. Στον αιώνα τον άπαντα.
