ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Απόγευμα της μοιραίας Τρίτης η 19χρονη Βασιλική και ο συνομήλικος σύντροφός της Στέλιος, αμφότεροι σπουδαστές Φυσικοθεραπείας, επιβιβάζονται στον μοιραίο συρμό. Αμέριμνοι και γελαστοί συζητούν στο μπαρ, όλοι μαζί μια παρέα, με άλλους συμφοιτητές τους, όταν ένα εκκωφαντικό τράνταγμα και μια απόκοσμη λάμψη τούς μεταφέρουν αίφνης στην κόλαση. Το βαγόνι σκίζεται σαν χαρτί. Αναζητούν απεγνωσμένα ο ένας τον άλλο και ξεγλιστρούν χέρι χέρι από ευμεγέθη σχισμή που χάσκει σωτήρια κάτω απ’ τα πόδια τους. Ο Στέλιος διασωληνώνεται στην εντατική με βαθιά εγκαύματα πρώτου βαθμού σ’ όλο του το σώμα.

Ιάσιμα, καίτοι πολλαπλά, κατάγματα κρατούν και την ίδια για μέρες σε παράπλευρο θάλαμο. Τουλάχιστον εκείνη μπορεί να μιλήσει. Η φωνή της απηχεί τα μυριάδες αναπάντητα «γιατί» των τεθνεώτων τε και ζωντανών θυμάτων της τραγωδίας· το σιχτίριασμα ολονών μας. Την ακούω συγκλονισμένος σε μαγκαζίνο της πρωινής ζώνης. Ιδού: «Ανεβαίναμε από Θήβα προς Θεσσαλονίκη. Καθόμαστε στο εστιατόριο όταν έγινε η έκρηξη και το μπαμ. Εγώ κοιτούσα προς την Αθήνα. Ο,τι υπήρχε ερχόταν πάνω μας, οι λαμαρίνες συνθλίβονταν δίπλα μας. Καταφέραμε να βγούμε από μια τρύπα στο έδαφος» θυμάται.

Δεν μασάει τις κουβέντες της. Η οργή κάνει τον λόγο της χειμαρρώδη κι, όμως, διατυπώνει τις σκέψεις της με την ευθύτητα και την καθαρότητα των δεκαεννιά της χρόνων: «Τι να πω για τα παιδιά που ήταν μέσα! Τους ζητάω συγγνώμη γιατί επέζησα. Ντρέπομαι να ανήκω σε μια χώρα όπου θεωρούμαι τυχερή επειδή απλώς ζω. […] Ολοι φταίμε. Από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο. Κι εμείς φταίμε, που δεν κάναμε τίποτα τόσα χρόνια. Και θα ξεχαστεί όλο αυτό. Ηδη ξεχνιέται. Κι όλα αυτά τα παιδιά πέθαναν γιατί; Για τίποτα. Και τι είμαστε να λέμε ότι όλοι αυτοί ήτανε θυσίες. Πού είμαστε; Στον Μεσαίωνα; Να θυσιάζουμε τους ανθρώπους για να φτιάξουμε τις ράγες! Να καούν οι ράγες και να καούν όλα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν θα γυρίσουν πίσω. Οι οικογένειές τους πώς θα ξαναχαμογελάσουν που δεν θα ξαναδούν τα παιδιά τους ποτέ;».

Ωχρόφαιοι οι επικοινωνιολόγοι του Μαξίμου, ξεπατίκωσαν τα λόγια της κι ανάγκασαν το αφεντικό τους να αλλάξει τακτική. Εμφανίστηκε την επαύριο στο υπουργικό συμβούλιο με την οπισθόβουλη επωδό «φταίμε όλοι», στη λογική ότι όσο περισσότερο επιμερίζονται οι ευθύνες τόσο θολώνει το τοπίο, ώστε στο τέλος να μην μπορεί να αποδοθούν πουθενά. Μολαταύτα η Βασιλική έχει απόλυτο δίκιο. Ζούμε στη χώρα που το κράτος απαξιώνει τον εαυτό του. Που τα κόμματα εναλλάσσονται στην εξουσία, αλλά τα δημόσια έργα παραδίδονται, αν σπάσει ο διάολος το ποδάρι του και παραδοθούν, έπειτα από δεκαετίες.

Συμβάσεις παρατείνονται επ’ αόριστον, καθιστώντας διάτρητο τον πάτο του κοινού κορβανά. Και τι κάνουμε όλοι εμείς; Ψηφίζουμε αβλεπί τους υπαίτιους και χώνουμε, παρεμπιπτόντως, άσχετους μαθητευόμενους σε κρίσιμα πόστα για να μη χάσουμε το τριήμερο οι παλιοί. Την κοπανάμε δυο ώρες νωρίτερα απ’ τη βάρδια μας –ωχ! αδελφέ, σιγά τα ωά– και παίρνουμε στα ζόρια μηνιαίες άδειες μετ’ αποδοχών με ντεμέκ διαγνώσεις κολλητών μας γιατρών. Ψιλοσκαστός από την εφημερίδα, τα σκεφτόμουν χθες βράδυ οδηγώντας προς το μπαρ, ώσπου εντελώς ασυναίσθητα έκλεψα την προτεραιότητα απ’ το αντίθετο ρεύμα κι ήμουν έτοιμος να καταχεριάσω τον σοφέρ που έκανε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ντράπηκα τον τυπάκο με το αναπηρικό αμαξίδιο που μαχόταν εις μάτην πιο κει να προσπελάσει τη διάβαση των ΑμεΑ.