ΤΗΝ ΠΑΝΔΗΜΙΑ έληξαν οι κυβερνώντες αίφνης/ και στις πλατείες τρέξαμε συν γυναιξί και τέκνοις./ Με δίχως μάσκες είπανε θα τρώμε θα μιλάμε/ τους φίλους θ’ αγκαλιάζουμε και θα χαμογελάμε./ Το «φτου ξελευθερία μας» να πούμε δεν προλάβαμε/ αφού σε χρόνο σύντομο κακά μαντάτα λάβαμε./ Υπέρογκους λογαριασμούς μας έστειλ’ η ΔΕΗ/ που έφτασαν στα σπίτια μας με τρόπο αναιδή./ Του ρεύματος η χρέωση σ’ όλα τα σπιτικά/ λιποθυμίες προκαλεί και εγκεφαλικά./
ΟΙ ΤΙΜΕΣ των αναγκαίων έχουν φθάσει εις τα ύψη/ κι απ’ το τραπέζι του φτωχού και το ψωμί θα λείψει./ Στο taxisnet κατέφθασαν τα εκκαθαριστικά/ του ΕΝΦΙΑ προηγήθηκαν κι είναι χρεωστικά./ Για το ακίνητο φτωχέ που λες πως σου ανήκει/ το κράτος σου παρήγγειλε να του πληρώσεις νοίκι./ Φορολογούνε τους μισθούς που έχουνε μειώσει/ και τις συντάξεις γήρατος που έχουν πετσοκόψει./ Η ακρίβεια τρώει τα λεφτά που βάλαμε στην άκρη/ κι από τα μάτια μας κυλά πικρό, καυτό το δάκρυ./
ΓΙΑ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ που περνά ο Ελληνας ο δύσμοιρος/ ευθύνεται κατά πως λεν ο Πούτιν ο Βλαδίμηρος./ Αλλ’ όμως τους ιθύνοντες αυτά δεν τους τρομάζουν/ και οι κινήσεις δείχνουνε πως κάλπες ετοιμάζουν./ Βλέπουν ψηλά τα νούμερα εις τις δημοσκοπήσεις/ και για συντόμευση εκλογών κάνουνε συζητήσεις./ «Μη βιάζεσαι αγόρι μου, κάνε υπομονή»/ ακούγεται από ψηλά μια γνώριμη φωνή./ Με τη βενζίνη σε τιμή δύο ευρώ το λίτρο/ θα πει ο θυμόσοφος Ρωμιός «πού πας ρε Καραμήτρο;».
Η ΓΝΩΣΤΗ, μη εξαιρετέα και πάντοτε τελούσα εν εγρηγόρσει επιστολογράφος μας Μαρία Λιώτη ξαναχτύπησε την καίρια στιγμή. «Δυσκολίες, διλήμματα, συμβουλές» τιτλοφορεί το καυστικό της πόνημα, που έλαβε την καλοσύνη να μας στείλει, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Τη σιγοντάρουμε σκαρώνοντας αμήχανο σκαλάθυρμα: Οι Ελληνες στον τουρισμό λένε ορεβουάρ/ και βλέπουνε στον ύπνο τους τίγκα ρεζερβουάρ./ Εξω απ’ τα βενζινάδικα περνούν άνετοι τάχα/ τον Γιαραμπή παρακαλούν «είκοσι λίτρα να ’χα»./ Να αξιωθώ στη θάλασσα να πάω με τ’ αμάξι/ που μες στο διαμέρισμα έχω σκυλοπλαντάξει./ Και δεν μπορώ ο δύσμοιρος ν’ ανοίξω ερκοντίσιον/ στη μάπα τρώω την τιβί σε χάι ντε φινίσιον.
