ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΕΡΩΤΟΤΡΟΠΗΣΕ παθιασμένα με τον υπερρεαλισμό στα νεανικά του χρόνια χωρίς η συνάφειά τους να εκπέσει στην παρακμή της μονιμότητας. Συνήψε σταθερή σχέση με το παράλογο με γλώσσα λιτή, ελλειπτική, τραγική και λέξεις-σύμβολα. Δόθηκε ολοκληρωτικά στην ποίηση και αναγνωρίστηκε περισσότερο στην αλλαδαπή παρά στον τόπο μας. Ο λόγος για τον Μίλτο Σαχτούρη, που, σαν σήμερα το 2005, αναχώρησε οριστικά για τους κόκκινους ουρανούς της αθανασίας.

Η ΣΚΗΝΗ Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει/ ένα κεφάλι από πηλό/ τους τοίχους τούς είχαν στολίσει/ με λουλούδια/ απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί/ δυο σώματα ερωτικά/ στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια/ και πεταλούδες/ ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε/ στη γωνιά./ Σπάγγοι διασχίζαν το δωμάτιο απ’ όλες/ τις πλευρές/ δε θα ’ταν φρόνιμο κανείς/ να τους τραβήξει/ ένας από τους σπάγγους έσπρωχνε τα σώματα/ στον έρωτα./ Η δυστυχία απέξω/ έγδερνε τις πόρτες.

ΟΡΥΧΕΙΟ Σου γράφω γεμάτη τρόμο μέσα από μια στοά νυχτερινή/ φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλήθρα/ ένα βαγόνι περνάει αποπάνω μου προσεχτικά/ ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει/ εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε/ πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει./ Στο σπίτι/ χτες/ καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε/ σκόνη μ’ όλα τα ρούχα της μαζί/ τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ’ αγγίξει/ φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πιρούνια και τα μαχαίρια/ τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί/ το στόμα μου άσπρισε και με πονάει/ τα χέρια μου είναι πέτρινα/ τα πόδια μου είναι ξύλινα/ με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά/ δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα./ Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές/ όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα χαρούμενα./ Να με θυμάσαι.

ΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ Ομως υπάρχουν ακόμα/ λίγοι άνθρωποι/ που δεν είναι κόλαση/ η ζωή τους/ υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης/ η Fräulein Ramser/ και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες/ οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι/ ψάξε καλά/ βρες τους, Ποιητή!/ κατάγραψέ τους προσεχτικά/ γιατί όσο παν και λιγοστεύουν/ λιγοστεύουν.

ΤΑ ΔΩΡΑ Σήμερα φόρεσα ένα/ ζεστό κόκκινο αίμα/ σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν/ μια γυναίκα μου χαμογέλασε/ ένα κορίτσι μου χάρισε ένα κοχύλι/ ένα παιδί μου χάρισε ένα σφυρί./ Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο/ καρφώνω πάνω στις πλάκες/ τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών/ είναι όλοι τους δακρυσμένοι/ όμως κανείς δεν τρομάζει/ όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα/ είναι όλοι τους δακρυσμένοι/ όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες/ και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια/ στον ουρανό./ Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν/ τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;/ ναι την καρδιά μας καρφώνει/ ώστε λοιπόν είναι ποιητής.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Σα θα με βρούνε πάνω στο ξύλο του θανάτου μου/ γύρω θα ’χει κοκκινίσει πέρα για πέρα ο ουρανός/ μια υποψία θάλασσας θα υπάρχει/ κι έν’ άσπρο πουλί, αποπάνω, θ’ απαγγέλλει μέσα/ σ’ ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια μου.