Για τον πρόξενο στη Μαριούπολη Μανώλη Ανδρουλάκη τι να πεις; Παρέμεινε στο μετερίζι του μέχρι την τελευταία ώρα, μπας και σταθεί όσο γινόταν σε εκείνους που βρίσκονταν υπό την αιγίδα του και κινδύνευε ανά πάσα στιγμή η ζωή ή έστω η ακεραιότητά τους από τους βάρβαρους ρωσικούς βομβαρδισμούς. Οχι σαν ορισμένους ανώτερούς του στη διπλωματική ιεραρχία που έστριψαν α λα γαλλικά αφήνοντας στο έλεος του Πούτιν, όχι μόνο τους μειονοτικούς μας, αλλά και Ελληνες πολίτες οι οποίοι είχαν υποβάλει αιτήματα προστασίας στην οικεία πρεσβεία.
Λάκισαν στα δύσκολα με την πρόφαση πως φρικάρισαν βλέποντας δεκαεννιάχρονους πολιτοφύλακες να κρατούν Καλάσνικοφ, λες και οι υπέρ πάτρης αμυνόμενοι οφείλουν να υποδέχονται τον εχθρό φέροντες ανά χείρας ανθοδέσμες με γιούλια και υακίνθους. Ο Ανδρουλάκης, αντιθέτως, προτίμησε να εγκλωβιστεί σε καταφύγιο δίχως θέρμανση, ρεύμα, νερό, επικοινωνίες και χωρίς πάσης φύσεως προμήθειες επί συναπτές μέρες. «Πόλεμος γαρ σχολείον αρετής εστί», υπογράμμιζε ο Αριστοτέλης. Και κατ’ αντιστοιχίαν μικροψυχίας, θα συμπληρώναμε ταπεινά τον σοφό Σταγειρίτη.
Ωσεί παρόντες οι πολλοί κι αδείλιαστοι οι λίγοι, όταν της μάχης η βοή καρδιά και νου τυλίγει. Ενώ γράφονται τούτες οι γραμμές, ο εύτολμος πρόξενος ταξιδεύει με ανθρωπιστικό καραβάνι προς τη Μολδαβία. Ευχόμαστε ολοψύχως να έχει φθάσει ασφαλής, όταν θα διαβάζονται. Προηγουμένως παραχώρησε διαδικτυακή συνέντευξη στον Ελληνο-ουκρανό δημοσιογράφο Κώστα Ονισένκο, στην οποία βάζει κρίσιμες παραμέτρους στη θέση τους, ανατρέποντας άρδην διαδεδομένες παρ’ ημίν μυθοπλασίες σχετικά με τα τεκταινόμενα. Δηλώνει κατ’ αρχάς μάρτυρας τεράστιας ανθρωπιστικής κρίσης. «Εζησα την πόλη ζωντανή με τα μαγαζιά της, τους ανθρώπους της, την κίνηση στους δρόμους και το λιμάνι. Τώρα την αφήνω κατεστραμμένη», επισημαίνει.
Σημειώνει επίσης πως «χτυπήθηκε πολύς άμαχος πληθυσμός και δομές, και όταν λέω χτυπήθηκε, εννοώ δεν έμεινε τίποτα». Ξεκαθαρίζει ότι την όλη καταστροφή προξένησαν το πυροβολικό και η αεροπορία των επιτιθέμενων και όχι τα διαβόητα Τάγματα του Αζόφ, που όσο κι αν διαφωνεί με την ιδεολογία και την εν γένει τακτική τους, δεν μπορεί να μην παραδεχτεί πως τους τάιζαν επί μέρες στα καταφύγια και ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Αμυνας της Μαριούπολης.
Συμπαθάτε με, αλλά δράττομαι της ευκαιρίας –μια κι αναφέρθηκε η Μαριούπολη– να βγάλω το άχτι που βδομάδες τώρα μου ανακατεύει τα σπλάχνα και με εξοργίζει ανείπωτα. Εκεί απεσταλμένος ιδιωτικού μας καναλιού ανάμεσα στο «ρο» και το «γιώτα» της πολύπαθης πόλεως προσέθετε αυθαιρέτως ένα παχύ, τραχύ, επείσακτο και βαρβαρόηχο «γάμα». Μαργιούπολη την ανέβαζε, Μαργιούπολη την κατέβαζε και δώσ’ του κάθε τρεις και λίγο Μαργιούπολη. Στις συχνές ανταποκρίσεις του επαναλάμβανε δεκάδες φορές στρεβλό το μαρτυρικό όνομα, ίσως για να πείσει πως παρεπιδημεί όντως εκεί, αφού συνήθως εξέπεμπε από την εξώθυρα του προξενείου με φόντο απρόσωπο δρομίσκο που θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε.
Ανέμενα εις μάτην από τους επιτελείς του σταθμού να τον επαναφέρουν στη γλωσσική τάξη, συλλαβίζοντας στο τηλέφωνο μια εικοσαριά φορές και όσες επιπλέον χρειαζόταν το αυτονόητο Μα-ρι-ού-πο-λη. Τα ταχύρυθμα εκπαιδευτικά σεμινάρια δεν έβλαψαν ποτέ κανέναν. Δεν ίδρωνε όμως τ’ αυτί τους. Επειτα από λίγες μέρες προσεβλήθη από το μικρόβιο έκτακτη παρουσιάστρια του πολεμικού μαραθώνιου και κατόπιν ο εν Κιέβω συνάδελφος. Αν το θεωρούν στιλ, προτείνω να εκφέρουν Βέργοια τη Βέροια, Αργιόπολη την Αρεόπολη, Μαργιάνθη τη Μαριάνθη κ.ο.κ. Εδώ που τα λέμε, δεν θα ’ταν κακό και το Μαργιορούπολη. Ας το ξανασκεφτούν.
