Προφητικό το χθεσινό σημείωμα με τίτλο «Μας δονεί και μας ενώνει ένα τρύπιο μακαρόνι». Αποδεικνύεται περίτρανα πως η ψυχή του Ελληνα συντίθεται από λογής λογής είδη πάστας. Πριν αλέκτορα φωνήσαι τη διενέργεια δημοψηφίσματος οι συμπολίτες μας κατέκλυσαν τα σούπερ μάρκετ κατεβάζοντας από τα ράφια μακαρόνια, μακριά, χοντρά και κοφτά, σπαγγέτι, λαζάνια, κανελόνια, τορτελίνια και ριγκατόνι. Τα αποθέματα των συγκεκριμένων προϊόντων είχαν εξαντληθεί στις εννέα και οκτώ πρώτα λεπτά, οπότε η εκλεκτή πελατεία του Βερόπουλου, του Βασιλόπουλου και του Σκλαβενίτη κατέφυγε στα ραβιόλια, τα φετουτσίνε, τα τορτιλιόνι, τα τρουμπετίνια, τις ταλιατέλες, τα λιγκουίνι, τα τερνέτε και τα βερμιτσέλι.
Αν είσαι πατενταρισμένος και ακραιφνής μακαρονάς, δεν πτοείσαι από την έλλειψη. Στην ανάγκη τρως τρικολόρε φωλιές, κοχλίες, αχιβάδες, κοχύλια, σαλιγκάρια, βίδες, πένες και φιογκάκια, ιταλιστί φαρφάλε. Ενημερώθηκα τηλεφωνικώς σχετικά με την έκδοση του έκτακτου, σημερινού φύλλου της «Εφ.Συν.» τη στιγμή κατά την οποία έκαναν φτερά τα τελευταία κριθαράκια, μανέστρα τα ‘λεγε ο Καραγκιόζης, οι φιδέδες, τα πεπονάκια, τα σησαμάκια και τα αστράκια. Μπορεί οι εν λόγω συσκευασίες να προορίζονται για τους φαφούτηδες υπερηλίκους, αλλά, τι τα θες, πέντε χρόνια τώρα μάς έχει ξεδοντιάσει απαξάπαντες η ανάλγητη πολιτική των δανειστών.
Στα γρήγορα προσπάθησα να φτάσω στο ταμείο για να προλάβω να ‘μαι στα γραφεία της εφημερίδας στην ώρα μου. Καρότσια ξέχειλα ώς τα μπούνια σχημάτιζαν ουρές Πολωνίας. Αντιπαρήλθα ευθύς την ιδέα πως έμπλεξε πάλι στα πόδια μου ο Ντόναλντ Τουσκ, ώσπου το μάτι μου διέκρινε την υπομονετικά αναμένουσα κυρία Ευανθία του απέναντι διαμερίσματος. Στο τρίτο αμαξίδιο που έσερνε με πείσμα υπήρχε ελάχιστος κενός χώρος, ακριβώς πάνω από τέσσερις κούτες με εβαπορέ «Μικρή Ολλανδέζα». «Λάθος μάρκα διαλέξατε» αστειεύτηκα. «Οι συμπατριώτες της δεσποινίδος μάς φέρονται χειρότερα κι απ’ τον Σόιμπλε» συμπλήρωσα σκωπτικά. «Το ξέρω, παιδί μου. Δεν λες καλά που τα βρήκα κι αυτά!» αποκρίθηκε συντετριμμένη.
Την παρακάλεσα να πάρει τα λίγα ψώνια μου, βάζοντας ευγενικά στο χέρι της το στερνό μου εικοσάρικο. «Πρέπει να πάω επειγόντως στη δουλειά» πρόσθεσα. Δέχτηκε, υπό τον όρο να γράψω κάτι και γι’ αυτήν. Καβάλησα τη μοτοσικλέτα με ταχύτητα Βέγγου και επιστράτευσα τις γνώσεις μου στη βέσπα. Ενα χιλιόμετρο πιο κάτω το όχημα άρχισε να κάνει διακοπές. Ανέβασα τη ρεζέρβα και κατευθύνθηκα στην πιο κοντινή τράπεζα να σηκώσω λεφτά. Επεσα πάνω σε λαϊκό προσκύνημα. Γινόταν της αναλήψεως. Η ουρά έφτανε ίσαμε το επόμενο υποκατάστημα.
Απογοητεύτηκα. Σκέφτηκα να βάλω καύσιμα βερεσέ. Με τον πρατηριούχο διατηρώ καλή σχέση. Πλησιάζοντας, συνάντησα μποτιλιάρισμα. «Τι γυρεύουν όλοι ετούτοι σαββατιάτικα στα στενά;» αναλογίστηκα κι αμέσως κατάλαβα πως κατευθυνόμαστε στην ίδια αντλία. Οι γυναίκες στα σούπερ μάρκετ, οι άντρες στα βενζινάδικα κι όλοι μαζί στα ΑΤΜ. Είμαστε βαθύτατα δημοκρατικός λαός. Δεν πρόλαβε να αναγγείλει την κάλπη ο πρωθυπουργός κι ο κόσμος βγαίνει στους δρόμους και ψηφίζει. Εμεινα από βενζίνη στα μισά του δρόμου. Ηρθα στην εφημερίδα τρέχοντας. Εγραψα το κείμενο καταϊδρωμένος. Τελειώνοντας χτύπησε το κινητό. Η ευγενική συνένοικος με πληροφορούσε πως μόλις ξεμπερδεύει απ’ το ταμείο. «Περίσσεψαν πέντε ευρώ. Να τα πάρω μπαταρίες ή καραμέλες Χολς;» ρώτησε εμφανώς διχασμένη. «Καλή ψήφο», αρκέστηκα να απαντήσω.
