Το κλιμάκιο του ΔΝΤ αποχώρησε από τη διαπραγμάτευση εξαιτίας του αγεφύρωτου χάσματος με την ελληνική πλευρά στο ασφαλιστικό και το φορολογικό. Ο εκπρόσωπός του, Τζέρι Ράις, μάλιστα, εξαπέλυσε μύδρους εναντίον της χώρας, μετερχόμενος προκλητικά όσο και ψευδή επιχειρήματα. Παρουσίασε, ούτε λίγο ούτε πολύ, συλλήβδην τους Ελληνες σαν τεμπελχανάδες που την περνούν μπέικα, απομυζώντας τους Ευρωπαίους συμπολίτες τους.
Σύμφωνα με τον διεθνή Τύπο, η Κάνγκελα βγήκε στα κάγκελα και σκέφτεται πλέον σοβαρά το Grexit, το οποίο η ΕΚΤ προεξοφλεί εδώ και καιρό. Νισάφι πια! Φεύγει ο ένας, φεύγει ο άλλος, ώρα να την κάνουμε κι εμείς. Μολαταύτα η κυβέρνηση κομπάζει πως η συμφωνία βρίσκεται προ των πυλών και κοπιάζει για την προσέγγιση με τους δανειστές, οίτινες μας κουνούν ψυχρά και ανάλγητα το μαντίλι του αποχαιρετισμού. Το Μαξίμου αρνείται να εκπονήσει Σχέδιο Β’, αψηφώντας τον κίνδυνο να βρεθούμε αίφνης με σχεδία στα φουρτουνιασμένα πελάγη της δραχμής.
Ιδιαζόντως κρίσιμο προοιωνίζεται το μέλλον. Η στιγμή απαιτεί κατεπειγόντως ανύψωση του συλλογικού φρονήματος. Μας την παρέχει ο Ευρυτάνας Ιχνηλάτης, ιστοσελίδα από την οποία έχουμε αντλήσει και άλλοτε υλικό εθνικής αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας. Δολιχοδρομώντας στα σκιερά μονοπάτια της, έπεσα πάνω στον ανυπέρβλητο Θανάση Τσιάκα· ψυχωμένο παλικάρι, απροσκύνητο αγωνιστή, ανιδιοτελή κι ίσως γι’ αυτό άσημο. «Μαγιά της λευτεριάς» χαρακτηρίζει τους ομοίους του ο Μακρυγιάννης. Η μορφή του αποτελεί όαση στην άνυδρη ερημιά των καιρών.
Αντικρίζει πρώτη φορά το φως στο Μοναστηράκι Αγράφων, αδιευκρίνιστο πότε. Βγαίνει νωρίς νωρίς στο κλαρί παρέα με άλλους ανυπότακτους της γενιάς του. Ο καπετάνιος τους, πρωτοκλέφτης Βασίλης Δίπλας παραχωρεί σε ένδειξη αναγνώρισης την αρχηγία στον καλύτερό τους, τον Αντώνη Κατσαντώνη. Θεριακωμένο κλέφτη αποκαλεί τον Τσιάκα ο Κασομούλης.
Κόντρα στ’ ασκέρια του Αλή Πασά σκορπίζει τον τρόμο και συνάμα τον θαυμασμό στους συντρόφους του με το αγέρωχο παρουσιαστικό του και την αποκοτιά να χιμάει ακάλυπτος καταπάνω στον εχθρό, κραδαίνοντας τη σπάθα του. Διαθέτει επιπροσθέτως σπουδαία στρατηγικά χαρίσματα, μυαλό κοπίδι, αετίσιο μάτι κι είναι μανούλα στον αιφνιδιασμό. Καίτοι χωρατατζής, ζυγίζει την κουβέντα του κι αναδεικνύεται σε ψυχή του νταϊφά.
Αυτός εκπαιδεύει τον νεαρό Καραϊσκάκη, όταν εντάσσεται στο Κατσαντωνέικο στα 1804 και μένουν συνδεδεμένοι για πάντα. Στην πρώτη μάχη ο αρτιπροσήλυτος διακατέχεται από ανησυχία και φόβο. «Σκιάζεσαι ορέ παλιόγυφτε;» του κάνει ο Τσιάκας. Στα χέρια του ο Γιος της Καλογριάς γίνεται αυτός που ήταν. Δεν καταδέχεται να γυρέψει το παραμικρό από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος.
Σεμνός και περήφανος αποσύρεται στο χωριό του, όπου ζει με λίγα γιδοπρόβατα. Παράσημά του οι λαβωματιές στο διάστικτο, κυπαρισσένιο κορμί του. Περνώντας κάποτε απ’ τ’ Αγραφα ο Οθωνας ζητά να συναντήσει τον θρυλικό αγωνιστή. Η Αμαλία παραξενεύεται με τη δροσερή νια που συνοδεύει τον γερο-Τσιάκα και τη συστήνει για γυναίκα του. «Να σ’ πω κυρά βασίλισσά μ’» της λέει. «Αν είν’ να χαλάσεις τη Σαρακουστή, τότι να φας αρνί. Αν είν’ να φας παλιόγιδα, φάι καλύτιρα ξηρό ψουμάκ’ για να ‘χεις διάφουρου και την ψυχή σ’». Πεθαίνει σε βαθιά γεράματα· εκατό και βάλε.
