Η εν γένει προσωπικότητά του προσιδιάζει στον μύθο του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα. Γεννιέται στη Γλυφάδα σαν σήμερα το 1939. Η δημοκρατικών αρχών οικογένειά του, προερχόμενη από την Ηλεία και τη Λευκάδα, πληρώνει βαρύ τίμημα αφότου η χούντα των Συνταγματαρχών αναρριχάται στην εξουσία με τις ερπύστριες. Ο μεγαλύτερος αδελφός του Γιώργος, υπολοχαγός των ΛΟΚ, πετιέται στη θάλασσα από μίσθαρνα της δικτατορίας λίγη ώρα προτού το πλοίο που τον φέρνει σιδηροδέσμιο από το Ισραήλ όπου είχε καταφύγει δέσει στον Πειραιά. Υποστήριξαν πως προσπάθησε να δραπετεύσει. Το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ.
Ρηξικέλευθος και ριζοσπάστης απ’ την πρώτη νεότητά του ο Αλέξανδρος Παναγούλης, διότι ασφαλώς περί του Αλέκου πρόκειται, εντάσσεται στην ΟΝΕΚ (Οργάνωση Νέων Ενώσεως Κέντρου) όντας πρωτοετής της σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Μετσόβιου. Συμμετέχει ενεργά στις ταραχές για το Κυπριακό και στις κορυφαίες στιγμές του φοιτητικού κινήματος. Η έλευση της χούντας τον βρίσκει φαντάρο στο 85ο Σύνταγμα Πεζικού στη Βέροια. Αρνείται εξαρχής να υπηρετήσει τον τύραννο. Προσποιείται τον τρελό, δεν του δίνουν απαλλαγή και τότε λιποτακτεί. Ιδρύει την οργάνωση Ελληνική Αντίσταση με πρωταρχικό στόχο να εκτελέσει τον δικτάτορα.
Ωσπου ο δρόμος του τον οδηγεί στην Κύπρο. Η ΕΣΑ τον αναζητεί απεγνωσμένα. Ο υπουργός Εσωτερικών του Μακάριου, Πολύκαρπος Γεωρκάτζης, κουμπάρος του Γεώργιου Παπαδόπουλου και πολιτικός προϊστάμενος της Αστυνομίας, είναι απηνής διώκτης του. Οταν ο κλοιός στενεύει γύρω του, ο Αλέκος κάνει την αποκοτιά να τον επισκεφθεί στο γραφείο του. Ο ποντικός μπαίνει μόνος του στη φάκα και αιφνιδιάζει τον γάτο. Η μεταξύ τους συζήτηση διαρκεί ώρες. Η αποκοτιά του Παναγούλη μαγεύει τον Γεωρκάτζη, ο οποίος όχι μόνο τον αφήνει ελεύθερο, αλλά θα του προμηθεύσει, μέσω της κυπριακής πρεσβείας στην Αθήνα, τα εκρηκτικά για το ριψοκίνδυνο εγχείρημά του.
Αργότερα ο Κύπριος πολιτικός το πληρώνει με τη ζωή του. Στις 15 Μαρτίου 1970 δολοφονείται από χουντικούς. Το χάραμα της 13ης Αυγούστου 1968 ο αναιδής νεαρός και τα ψυχωμένα παλικάρια της ομάδας του υπονομεύουν ένα μικρό γιοφύρι στην Αθηνών – Σουνίου και περιμένουν τη θωρακισμένη λιμουζίνα του Παπαδόπουλου. Αποτυγχάνουν στο τσακ. Ο Αλέκος συλλαμβάνεται, βασανίζεται άγρια και καταδικάζεται δις εις θάνατον. Διεθνές κίνημα συμπαράστασης αποτρέπει το στήσιμό του στα έξι μέτρα.
Στις Φυλακές Μπογιατίου «εντοιχίζεται». Επιχειρεί κάμποσες φορές να δραπετεύσει και το κατορθώνει στις 5 Ιουνίου 1969, όταν πείθει τον φρουρό του Γιώργο Μωράκη να φύγουν μαζί στην Αθήνα. Καταδίδονται από τον εξάδελφο στον οποίο προσφεύγουν. Για την επικήρυξη των 500 χιλιάδων και μια θεσούλα στο Δημόσιο. Σπάει τα νεύρα στους βασανιστές και τους δεσμοφύλακές του. Το 1973 του χορηγούν χάρη με ειδική νομοθετική ρύθμιση, αφού ο ίδιος αρνείται να υποβάλει αίτηση. Στη μεταπολίτευση εκλέγεται βουλευτής με το Κέντρο. Ανυποχώρητος, ξετρυπώνει τα αρχεία της ΕΣΑ. Παραμονή της δημοσίευσής τους στον Τύπο σκοτώνεται σε «τροχαίο». Τον αποχαιρετούν εκατομμύρια λαού με το σύνθημα «Ζει».
