ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΑ εξαιρετικά σε κρυφό λάτρη της ποίησης -καθόσον μου το ζήτησε διακριτικά και δεν χαλάω τέτοια χατίρια, ιδίως σε παλιόφιλους και πιστούς αναγνώστες της «Εφ.Συν.»- τα παρακάτω σονέτα του κορυφαίου μας λυρικού και πεντάκις προτεινόμενου για Νόμπελ Αγγελου Σικελιανού με αφορμή την εκδημία του στις επουράνιες δελφικές ωδές τέτοιες μέρες του 1951:

ΓΛΑΥΚΑ Ω που στα ρείπια πάντα φωλιασμένη,/ όπου κάστρο παλιό κι όπου κουφάλ/ μαρμάρου, με τα πούπουλα ντυμένη/ βουβή πετάς, σα Σκέψη, απ’ άλλα σ’ άλλα// συντρίμμια, στων λαμπρών ναών τη σκάλα,/ ’πού η νύχτα λάμπει απέραντα απλωμένη/ κι απ’ τα πλατιά τ’ αετώματα προσμένει/ τα μάτια να στυλώσεις τα μεγάλα!..// Από το Βράχο σε είδα σε κολόνα/ σαν ίσκιος να πετάς, στον Παρθενώνα/ –βαθιά, τα μάταια φώτα τρεμοσβήνα–// και να σταθείς απάνω της κορόνα/ ασάλευτη, ώς η Μοίρα του Αιώνα,/ ολονυχτίς θρηνώντας την Αθήνα!…

ΔΩΡΙΚΟ Με κόμη θερισμένη ώς τον αυχένα,/ σαν του Δωριέα Απόλλωνα, τα μέλη/ στη στενή κλίνη εκράτει παγωμένα/ μες σε βαριά αξεδιάλυτη νεφέλη…// Αδειασ’ η Αρτέμιδα όλα της τα βέλη./ Και λίγο ακόμα αν ήτανε παρθένα,/ την ηδονή κλειδώνανε σφιγμένα,/ σαν κρύα κερήθρα, τα παρθένα σκέλη…// Καθώς στου στίβου μέσα τον αγώνα,/ ’πίθων’ ο νιος απάνω της το γόνα/ μύρα αλειμμένος, όπως για την πάλη…// Κι αν έσπαε των χεριών της τ’ αντιστύλια,/ μα ’ργειαν πολύ μ’ όμοια κραυγή τα χείλια/ να σμίξουν, κι απ’ τους ίδρωτες η αγκάλη!…

«THALASSIA» Εδώ ’χω τη λαχτάρα Σου ανεβάσει/ την ιλαρή: του γέλιου σου καθάρια,/ καθώς άμα χορεύει το θαλάσσι,/ να σειώνται ξαφνικά τα κροταλάρια…// Εδώ διαβαίνεις με γυμνά ποδάρια…/ Και την καρδιά σου, πάντα, όσο να φτάσει/ το λάγγεμα, ο αφρός σού ’χει αραδιάσει/ στα γόνατα λαιμούς μαργαριτάρια…// Η ματιά μου αν σου σφίγγει ορθά τα στήθη,/ σα θαλασσοπνιμένη από τα βύθη/ της πεθυμιάς σε σέρνω μέσα στ’ άντρα…// Και το κορμί σου πια δεν ξεχωρίζει,/ η πηγή του φιλιού μου ως αναβρύζει,/ το φως, το κύμα, τη στεριά, τον άντρα!

ΟΡΘΡΟΥ ΒΑΘΕΩΣ Η κάθε φλόγα απ’ το καθάριο λάδι/ πίνοντας μέσα απ’ τους λαμπαδοστάτες,/ τον πρώτον όρθρο εφάνταζε πετράδι/ μπροστά από τους αγγέλους παραστάτες…// Στα κυπαρίσσινα στασίδια ομάδι,/ στις πνοές του λιβανιού τις ευωδάτες,/ των ψυχών μας ενιώθαμε το χάδι/ σε μυστικές να μας ζυγώνει στράτες…// Τόξο το φρύδι· και κυρτό το χείλι· κ’ οι πλόκαμοι σγουροί· κ’ η ευωδία/ του κορμιού Σου της σκέψης μου αντιστύλι…// Και λογισμών αβόητων συνοδεία/ της πιθυμιάς μου τον ανθό είχε κλείσει,/ σα στην κερήθρα απάνω το μελίσσι…