ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τριγυρνά στα στέκια των μουσικών με ευμεγέθη χαρτοφύλακα υπό μάλης· εξεζητημένο αξεσουάρ που εντυπωσιάζει τους ρεμπέτικους κύκλους. Μέγα πειραχτήριο ο Στράτος –ένας είν’ ο Στράτος, ο ογκόλιθος του λαϊκού τραγουδιού Παγιουμτζής, οι ρέστοι συνονόματοι δολιχοδρομούν παρασάγγας στην ουρά– του βγάζει το παρατσούκλι Τσάντας, το βρίσκουν άπαντες πετυχημένο και του μένει. Γεμάτες κουπλέ και ρεφρέν είναι οι θήκες της παράξενης τούτης σάκας, ταξινομημένοι ανάλογα με τη θεματολογία και το ύφος κάθε συνθέτη.

Στου Μάριου στην οδό Ιωνος, που πίνει το καφεδάκι του, ζητούν εκείνοι τους στίχους, αυτός διαλέγει τον κατάλληλο απ’ την τσάντα, και γεννιούνται κάπως έτσι απαράμιλλα σουξέ, τα οποία τραγουδιούνται επί δεκαετίες και, καταπώς πάει, δεν θα πάψουν ποτέ. Ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης, διότι ασφαλώς περί του Μπάμπη πρόκειται, πρωτοβλέπει το φως στο Ρένκιοϊ της Τρωάδας (Δαρδανέλια) στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, το 1902 ή κατ’ άλλους το 1907.

Ακολουθώντας τα πρώτα προσφυγικά κύματα, η οικογένειά του φτάνει στην Αθήνα περί τα μέσα του 1910. Οπλίζει με στέρεα μόρφωση τον μοναχογιό της, που μιλάει φαρσί κάμποσες γλώσσες και βιοπορίζεται ως μεταφραστής. Στα χρόνια του ’30 περνά το κατώφλι των δισκογραφικών με συστάσεις του φτασμένου Μικρασιάτη στιχουργού Κώστα Κοφινιώτη. Γραμμοφωνεί προπολεμικά το «Μπρος στον Αγιο Σπυρίδωνα» σε μουσική Νίκου Γούναρη με την ασύγκριτη Ιωάννα Γεωργακοπούλου και το ’46 κάνει νέα αρχή με το «Δυο καρπούζια σ’ ένα χέρι» του Στελλάκη.

Ντεμπουτάρουν έκτοτε δεκάδες πασίγνωστοι συνθέτες και προ πάντων αοιδοί με δικά του τραγούδια και συνεργάζεται πάντα με την αφρόκρεμα. Ενίοτε γράφει επί παραγγελία. Οι μπουζουξήδες τού μεταφέρουν την αρχική τους ιδέα κι ο Τσάντας την υλοποιεί επί τόπου. Αλλοτε παραδίδει τα πονήματα την επαύριο, αφού προηγουμένως τα «χτενίζει» δεόντως. Ιδού εύγλωττη μαρτυρία από το «Ντόμπρα και σταράτα» του Γιάννη Παπαϊωάννου (Κάκτος,1982):

Το χάραμα γυρίζω κάποια δόση στο σπίτι κι εκεί που ξαπλώνω να κοιμηθώ ξεκινάει την γκρίνια η κυρα-Ευδοξία. Ασε τη μουρμούρα, βρε γυναίκα, την παρακαλώ, αύριο τα κουβεντιάζουμε. Τώρα, σβήσε το φως να κοιμηθούμε. Επαναλαμβάνει την τελευταία φράση τρεις-τέσσερις φορές, του κάνει κλικ και το απόγευμα λέει την ιστορία στον Τσάντα.

Αποσύρεται ο Μπάμπης στο διπλανό τραπέζι και μέσα σε λίγα λεπτά είχε έτοιμη την ομώνυμη τεράστια επιτυχία που απογείωσαν η Σωτηρία Μπέλλου, αργότερα η Πόλυ Πάνου και αρκετοί ακόμα στις απανωτές επανεκτελέσεις. «Οι στίχοι δεν είναι εύκολο πράμα, μην ακούτε τι λένε. Ο στιχουργός βγάζει τα κάστανα απ’ τη φωτιά» εξακολουθεί ο Παπαϊωάννου.

Συγγραφέα και πολύ μορφωμένο συστήνει τον Τσάντα ο μπαρμπα-Γιάννης και καταλήγει: «Τα τραγούδια τα πούλαγε πέντε δεκάρες ή τα χάριζε, όπως η Παπαγιαννοπούλου. Ξέρω πολλά τραγούδια δικά τους, που έγιναν μεγάλες επιτυχίες, χωρίς να πάρουν δεκάρα». Ο Βασιλειάδης πεθαίνει πάμπτωχος τέτοιες μέρες του 1972, στο προσφυγικό πατρικό του, απέναντι απ’ τον Ιωνικό στη Νέα Φιλαδέλφεια.