ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ χθες κι όπως κάθε χρόνο την τιμούμε ανθολογώντας φέτος στίχους από τη «Σκοτεινή ρίζα» της Γεωργίας Λαδογιάννη (Παπαζήσης, 2016):
ΤΑ ΨΑΡΙΑ Το κύμα π’ άγγιξε την πιο ψηλή κορφή της γης/ ετίναξε τα ψάρια στα ουράνια./ Τα χρώματά τους κολυμπούσαν μες στα σύννεφα,/ τ’ αστραφτερά τους λέπια τύφλωναν τον ήλιο,/ το γαλανό της απεραντοσύνης,/ όταν καινούργιο κύμα τα ξεκρέμασε/ και τα ’σπειρε βαθιά του./ Ηταν η εποχή που θάλασσα και ουρανός/ δε μάντευαν το χωρισμό τους.// Οταν σκοτάδι-φως δοκίμαζαν ακόμα τη Σιωπή. ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ
ΕΡΧΟΜΑΙ ΝΑ ΔΙΑΣΧΙΣΩ τη σιωπή και/ να βλαστήσω μες στον καθένα./ Από κλαρί σε κλαρί σαν πυγολαμπίδα/ μετέφερα το φωτεινό μου φορτίο/ νικώντας τη βαρύτητα, διασχίζοντας τις εποχές/ άγιος, βασιλιάς, τρελός σε μια χώρα/ πράσινης προέλευσης πέρα απ’ τον ορίζοντα/ της νόησης.// Ο άλλος που είμαι φιλάει το στόμα μου/ μ’ ερεθιστική πνοή/ απαγγέλλει στίχους με οργή/ και μια πριονισμένη σελήνη έρχεται σύντομα/ σαν ένα στόμα/ γονατίζει προσπαθώντας να πιει/ τη φοβερή μου κραυγή. ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ
ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ Ξεκινάμε ανάλαφροι καθώς η γύρη/ που ταξιδεύει στον άνεμο./ Γρήγορα πέφτουμε στο χώμα/ ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιά/ γινόμαστε δέντρα που διψούν ουρανό/ κι όλο αρπαζόμαστε με δύναμη απ’ τη γη./ Μας βρίσκουν τ’ ατέλειωτα καλοκαίρια/ τα μεγάλα κάματα. Οι άνεμοι, τα νερά/ παίρνουν τα φύλλα μας. Αργότερα/ πλακώνουν οι βαριές συννεφιές/ μας τυραννούν οι χειμώνες κι οι καταιγίδες./ Μα πάντοτε αντιστεκόμαστε, ορθωνόμαστε/ πάντα ντυνόμαστε με νέο φύλλωμα./ Ωσότου, φτάνει ένας άνεμος παράξενος/ –κανείς δεν ξέρει πότε κι από πού ξεκινά–/ μας ρίχνει κάτω μ’ όλες μας τις ρίζες στον αέρα./ Για λίγο ακόμα μες στη φυλλωσιά μας/ κάθεται κρυμμένο –να πει μια τρίλλια του/ στη νύχτα που έρχεται– ένα πουλί. ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ
ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ Γεμάτες ρέμβη προχώρησαν οι λέξεις/ και πήραν τη θέση τους στο στίχο. Που,/ σαν υπνωτισμένος από ήχους/ μυστικής πανάρχαιας μουσικής,/ να ορχείται άρχισε, ρυθμικά να δονείται,/ να κινείται μέσα από χαλάσματα/ να σέρνεται. Οι χιλιάδες χρόνια/ μια στιγμή γινήκαν. Που/ κύλησε ανάδρομα. Και/ να ο ναός. Ως ήταν. ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ
ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΖΩΟΥ βλέπω καλύτερα την έκταση/ όπου σε αντάμωσα γυρνώντας μόνος και άρρωστος/ πίσω, στ’ αχνάρια της χαμένης σου ηλικίας./ Και η πόλη δε σε λογαριάζει πια καθώς αρδεύεις/ τις βιομηχανικές ζώνες της δυτικής ακτής/ ψάχνοντας στα καφενεία λίγο οξυγόνο/ γι’ αυτή την ποίηση που αργοπεθαίνει μέσα μου/ πίσω, στα τραμ της χαμένης αφετηρίας. ΝΙΚΟΣ-ΑΝΕΣΤΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΩΡΩΝ Είναι κάποιες νύχτες μάταια θλιβερές/ και κάποιες μέρες/ π’ αρμενίζουν μες στον χρόνο σα νωθρές/ γαλέρες.// Πάντα κάποιοι ανέμοι νότιοι δυτικοί/ τις κυβερνάνε/ και χωρίς σκοπό σε πέλαγο πλατύ/ κυλούν και πάνε.// Είναι πάλι κάτι ώρες αδειανές/ βουβές και κρύες/ που στα κύματα χορεύουν σαν τρελές/ τρελές σχεδίες.// Κι είναι κάποιοι κουρασμένοι ναυαγοί/ που ώς να πεθάνουν/ ονειρεύονται να φτάσουν σε μια γη/ – αλλά δε φτάνουν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ
