ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ της αναχώρησης απ’ το νησί της Κίρκης ο Οδυσσέας κι οι σύντροφοί του γλέντησαν με κρασί μέχρι πρωίας. Ο Ελπήνωρ αποκοιμήθηκε στην ταράτσα του ανακτόρου. Τον φώναξαν προτού φύγουν κι αγουροξυπνημένος έπεσε και σκοτώθηκε. Οταν ο Θιακιός βασιλιάς επισκέφθηκε τον Αδη, ο Ελπήνωρ του υπενθύμισε πως του οφείλει κανονική ταφή. Επέστρεψε τότε στην παραλία και τον κήδεψε με τιμές, σημαδεύοντας το μνήμα μ’ ένα κουπί. Ο ομηρικός μύθος ενέπνευσε τους Πάουντ, Ζιροντού, Τζόις, Σεφέρη, Ρίτσο και ασφαλώς τον Τάκη Σινόπουλο, που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1917. Ο δικός του «Ελπήνωρ», πρώτο ποίημα της πρώτης του συλλογής, διατρέχει με τις λέξεις, τις εικόνες και τα θέματά του το σύνολο της εργογραφίας του. Ιδού:
TΟΠΙΟ ΘΑΝΑΤΟΥ. H πετρωμένη θάλασσα τα μαύρα κυπαρίσσια/ το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από τ’ αλάτι και το φως/ τα κούφια βράχια ο αδυσώπητος ήλιος απάνω/ και μήτε κύλισμα νερού μήτε πουλιού φτερούγα/ μονάχα απέραντη αρυτίδωτη πηχτή σιγή.// Ηταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε/ όχι ο πιο γέροντας: Kοιτάχτε ο Eλπήνωρ πρέπει να ’ναι εκείνος./ Eστρίψαμε τα μάτια γρήγορα. Παράξενο πώς θυμηθήκαμε/ αφού είχε η μνήμη ξεραθεί σαν ποταμιά το καλοκαίρι./ Ηταν αυτός ο Eλπήνωρ πράγματι στα μαύρα κυπαρίσσια/ τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς/ σκαλίζοντας την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα./ Kαι τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Eλπήνορα/ Eλπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ’ αυτή τη χώρα;/ Είχες τελειώσει με το μαύρο σίδερο μπηγμένο στα πλευρά/ τον περσινό χειμώνα κι είδαμε στα χείλη σου το αίμα πηχτό/ καθώς εστέγνωνε η καρδιά σου δίπλα στου σκαρμού το ξύλο./ M’ ένα κουπί σπασμένο σε φυτέψαμε στην άκρη του γιαλού/ ν’ ακούς τ’ ανέμου το μουρμούρισμα το ρόχθο της θαλάσσης./ Tώρα πώς είσαι τόσο ζωντανός; Πώς βρέθηκες σ’ αυτή τη χώρα/ τυφλός από την πίκρα και τους στοχασμούς;//
ΔΕ ΓΥΡΙΣΕ ΝΑ ΙΔΕΙ. Δεν άκουσε. Kαι τότε πάλι εφώναξα/ βαθιά τρομάζοντας: Eλπήνορα που ’χες λαγού μαλλί/ για φυλαχτάρι κρεμασμένο στο λαιμό σου Eλπήνορα/ χαμένε στις απέραντες παράγραφους της ιστορίας/ εγώ σε κράζω και σα σπήλαιο αντιλαλούν τα στήθια μου/ πώς ήρθες φίλε αλλοτινέ πώς μπόρεσες/ να φτάσεις το κατάμαυρο καράβι που μας φέρνει/ περιπλανώμενους νεκρούς κάτω απ’ τον ήλιον αποκρίσου/ αν η καρδιά σου επιθυμεί μαζί μας να ’ρθεις αποκρίσου./ Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Ξανάδεσε η σιωπή τριγύρω./ Tο φως σκάβοντας ακατάπαυστα βαθούλωνε τη γη./ H θάλασσα τα κυπαρίσσια τ’ ακρογιάλι πετρωμένα/ σ’ ακινησία θανατερή. Kαι μόνο αυτός ο Eλπήνωρ/ που τον γυρεύαμε με τόση επιμονή μες στα παλιά χειρόγραφα/ τυραννισμένος απ’ την πίκρα της παντοτινής του μοναξιάς/ με τον ήλιο να πέφτει στα κενά των στοχασμών του/ σκαλίζοντας τυφλός την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα/ σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά/ στον αδειανό χωρίς φτερά χωρίς ηχώ γαλάζιο αιθέρα.
