Σκοντάφτω, αναζητώντας φωτογραφίες του στο διαδίκτυο, πάνω στην αστραφτερή Σελίν Ντιόν και στις συνεπώνυμες δερμάτινες τσάντες. Παρεισφρέει πού και πού διστακτικά σε παράταιρες, ασπρόμαυρες πόζες, με αχτένιστα μαλλιά, τα οποία δεν κατορθώνουν να καλύψουν το ευρύ του μέτωπο και τα γαλάζια του μάτια, που σε τραντάζουν κοιτώντας έντονα και συγχρόνως τρυφερά, ώσπου ξάφνου χαμηλώνουν από συστολή. Κάπως έτσι παρουσιάστηκε στο αναγνωστικό κοινό του Παρισιού στη μοναδική δεξίωση προς τιμήν του: Ενας στιβαρός, εντυπωσιακά ωραίος άνδρας που ασφυκτιούσε ανάμεσα στο πλήθος και δεχόταν αμήχανα τα συγχαρητήρια και τις εκδηλώσεις ενθουσιασμού προς το πρόσωπό του.
Ετσι ακριβώς εμφανίστηκε στα γραφεία των εκδόσεων Ντενοέλ και Στιλ μερικούς μήνες νωρίτερα, αφήνοντας κάπου πενήντα χιλιάδες χειρόγραφες σελίδες. Αποχώρησε αθέατος χωρίς να πει τ’ όνομά του. Οι επιμελητές του Οίκου διάβαζαν και ξαναδιάβαζαν εμβρόντητοι το κείμενο, καταλαβαίνοντας πως έχουν μπροστά τους ένα από τα κορυφαία λογοτεχνικά έργα όλων των εποχών. Πουθενά δεν υπήρχε το ονοματεπώνυμο του συγγραφέα. Το ανακάλυψαν από μια απόδειξη πλυντηρίου, ξεχασμένη ανάμεσα στα χαρτιά.
Λουί Φερντινάν Ογκίστ Ντετούς λεγόταν ο γιατρός των φτωχών στα παρισινά προάστια, που γεννήθηκε τέτοιες μέρες στα 1894. Δούλευε το μυθιστόρημα επί έξι συναπτά έτη και το διόρθωσε οκτώ φορές, πάντα βράδυ. Το υπέγραψε με το βαφτιστικό της γιαγιάς του: Σελίν. Στις 5 Οκτωβρίου 1932 κυκλοφόρησε το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας». Οι πολυάριθμες κριτικές στον ημερήσιο Τύπο εξελίχτηκαν γρήγορα σε οξείς διαξιφισμούς μεταξύ των θαυμαστών και των υβριστών του.
Ικριώματα έστησαν οι τελευταίοι, αποτρέποντας την επιτροπή Γκονκούρ να του απονείμει το ομώνυμο βραβείο, καίτοι τα μέλη της διαβεβαίωναν δημοσίως περί του αντιθέτου. Το σκάνδαλο προκάλεσε δριμείες αντιπαραθέσεις επί μήνες. Εχοντας ζήσει τη φρίκη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στα πεδία των μαχών, εστιάζει στις αποτρόπαιες περιοχές της ανθρώπινης ψυχής και σοκάρει. «Η ηρωική ποίηση γοητεύει αυτούς που δεν πάνε στον πόλεμο κι ακόμα περισσότερο αυτούς που ο πόλεμος κάνει τρομακτικά πλούσιους» γράφει.
Ντεσιμπέλ μεγίστης ισχύος προκαλεί η γλώσσα του. Αριστος γνώστης των Γαλλικών, χρησιμοποιεί μολαταύτα την καθομιλουμένη των απόκληρων. «Κατασκεύασα ένα μικρό τρενάκι που τρέχει πάνω σε τρεις τελίτσες, τις συναισθηματικές σιδηρογραμμές του. Ο συρμός μου μεταφέρει συγκίνηση· μόνο με τη συγκίνηση μπορούν οι άνθρωποι να συνεννοηθούν, ν’ αγγίξει ο ένας τον άλλο» λέει. Ονομάζει τη γραφή του «μικρή μουσική», χάριν της οποίας αλλοιώνει λέξεις και πλάθει καινούργιες. Επηρέασε βαθύτατα τον Σαρτρ, τον Ζενέ, τον Μπάροουζ, τον Βόνεγκατ κ.ά. Η καταδίκη του για αντισημιτισμό έπειτα απ’ τον Β’ Πόλεμο δεν μπόρεσε να αμαυρώσει τη φήμη του, καθώς ανήκει στη χορεία των ρηξικέλευθων, ασύγκριτα μεγάλων πνευμάτων.
