Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας Λαΐδας της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του… Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν. Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσαν της ν’ αλέθη…
Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, έν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού…
Φονική και εν τω άμα λυτρωτική απέβη –καλή ώρα– η «Μήδεια» του 1896 για τον απόμαχο ναυτικό μπαρμπα-Γιαννιό, πρωταγωνιστή στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Ο έρωτας στα χιόνια». Μολαταύτα «η χιών που εστρώθη σινδών» απ’ άκρου εις άκρον της χώρας, καταμεσίς Κουτσοφλέβαρου, προξενεί αλλόκοτη χαρά στην απανταχού πιτσιρικαρία, ενώ οι ενήλικοι, ιδίως οι διανύοντες τα τρίτα -ήντα και πλέον, την υποδέχονται με ανάμεικτα αισθήματα. Οι τυλύπες του βαμβακιού που απλώνονται στο έδαφος σαν σεντόνι ελευθερίας, έχουν την ανάλαφρη υφή των ονείρων και κατορθώνουν να εξαγνίζουν με τη λευκότητά τους πνεύματα και μορφές, σαβανώνοντας τα βάσανα με την υπό το μηδέν θερμοκρασία τους.
Ιδιαιτέρως εφευρετικά τα παιδιά παραληρούν γύρω από αυτοσχέδιους χιονάνθρωπους και κατασκευάζουν φανταστικά οπλικά συστήματα με τις φρέσκες νιφάδες, πολεμοφόδια σε αναίμακτες συρράξεις απαλότητας και κεφιού. Χαίρονται το χιόνι επειδή ακριβώς σπανίως το στρώνει. Σαν τους προερχόμενους από τον σκοτεινό Βορρά τουρίστες, που αφήνονται το καλοκαίρι ολόψυχα στις φλόγινες ακτίνες του ήλιου, όταν εμείς, συνηθισμένοι στους καύσωνες, αναζητούμε υποψία δροσιάς κάτω απ’ τα σύδεντρα. Αντιθέτως, οι ηλικιωμένοι δυσανασχετούν με την άσπρη σινδόνη του κυρ-Αλέξανδρου. Παιδεύονται οι ταλαίπωροι να προστατεύσουν φυτά και άνθη στο μπαλκόνι να μην τα κάψει η χιονιά. Ασε τα κατάγματα σε ισχία, γόνατα και αγκώνες από τις εντυπωσιακές πτώσεις στα κρουσταλλιασμένα ρείθρα των οδών.
