ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΟΡΟΝΟΪΟΥ

ΑΝΑΧΩΡΕΙ ΓΙΑ ΤΑ ΕΠΟΥΡΑΝΙΑ αγκυροβόλια τέτοιες μέρες το 1994 ο καπετάνιος-ποιητής Δημήτρης Αντωνίου, τον οποίο ο Ανδρέας Καραντώνης κατατάσσει μαζί με τον Γιώργο Σαραντάρη και τον Αναστάσιο Δρίβα σ’ εκείνους που μας δίδαξαν τη μοντέρνα ποίηση. Γεννιέται το 1906 στην Μπέιρα της Μοζαμβίκης, έδρα των ναυτιλιακών επιχειρήσεων του πατέρα του. Μετακομίζουν αργότερα στο Σουέζ και το ’12 εγκαθίστανται μόνιμα στην Αθήνα, όπου τελειώνει το Γυμνάσιο και γράφεται στη Φιλοσοφική. Εντρυφά ταυτόχρονα στις ξένες γλώσσες, την ορυκτολογία, τη βοτανική, την εντομολογία και τη μουσική, ώσπου τον κερδίζουν οριστικά η θάλασσα και οι στίχοι.

ΓΝΩΡΙΖΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟΣ με τον κύκλο του Κωστή Παλαμά και θεωρείται πρωτοπόρα μορφή της γενιάς του ’30. Ιδού τι γράφει γι’ αυτόν ο επιστήθιος φίλος του Γιώργος Σεφέρης: «Η ποιητική φωνή του Δημήτρη Αντωνίου είναι πλασμένη από άσκηση και στερήσεις. Δεν θα του βρούμε πουθενά λέξεις που δεν έχουν σημασία ή βάρος. Ισως για αυτό άνθρωποι που συνήθισαν να αντικρίζουν την ποιητική γλώσσα όπως την καθημερινή μας κουβέντα, είπαν τον Αντωνίου σκοτεινό. Στην καθημερινή μας κουβέντα λέμε άπειρα πράγματα χωρίς σημασία. Ενώ στον ποιητικό λόγο τίποτα δεν μπορεί να ζήσει χωρίς σημασία, ούτε και η παραμικρή λεπτομέρεια».

ΑΝΘΙΣΑ ΓΥΡΩ ΜΟΥ στη θάλασσα/ άνθη-πουλιά που ζήσανε/ στο εφήμερο κλίμα της νύχτας εκείνης./ Bρήκα τις κλωστές σαν ξημέρωνε,/ αυτές που ζωντάνευαν τους τεχνητούς κύκνους μου,/ σαν νεύρα με τη σάρκα/ στην πλασματική τους ύπαρξη./ H κατασκευή τούτη που αρνήθηκες/ με το φως της ημέρας/ τον εαυτό της τόσο/ τον εαυτό μου τότε που κυβερνούσε ένα καράβι/ άσπρο κι αυτό σαν τα φανταστικά πουλιά/ κείνη τη νύχτα που μου γύρεψες.

NΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ μόνον ένα: Eσύ/ σε χίλια σπασμένα μα αστραφτερά κομμάτια καθρέφτη./ Στο φως το ήρεμο –μην πεις πως δεν το κέρδισα–/ της σκέψης οπού μ’ οδηγάς·/ τώρα/ φέρνοντάς σε εγώ/ με χίλια άλλα τόσα λόγια ξεσπώ/ μες σ’ αυτή τη σιωπή/ μπρος στο είδωλό σου σπάζοντάς το πάλι,/ η έκφρασή μου/ σε χίλια αστραφτερά, σ’ αμέτρητα/ αστραφτερά αβάσταχτα κομμάτια…

TΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ Ο ΥΠΝΟΣ μισοθάνατος·/ γυρίζει τις εικόνες διψασμένα όνειρα,/ είν’ ο βυθός τα χρώματα…/ Ξαναγυρίζει στη ζωή με μουσικές παράξενες,/ γι’ αυτό δεν είναι θάνατος,/ κυκλόφερτου ανέμου αλλαγή/ δίνει καιρό να συλλογίζομαι/ σαν ξελογιάζεις τα όνειρα/ ξύπνε· και ντύνω νυφικό ζωής/ τα κλώνια χειμωνιάτικου βραχνά/ με μαγικά λουλούδια άνοιξης./ Tο δίκοπο μαχαίρι της ζωής κρατάς!

ΣΤΑΘΗΚΕ ΜΠΡΟΣ στον καθρέφτη/ την ώρα του λογαριασμού·/κι η γωνιά πλάι του ιστοριζόταν/ – η ξεχασμένη άκρη της θάλασσας. σ’ απόκρημνη ερημιά·/ μια του γελά και μια ξαναβουρκώνει./ […] συννεφιασμένο πέρασμα/ πάνω στο νερό/ σβήνει την εικόνα…/ Ομως άδικα/ γιατί εκείνος/ έχει πια στην εξουσία του τον κίνδυνο ενός πάθους,/ πίνει το αξεδίψαστο πιοτό της Μνήμης.