ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΟΡΟΝΟΪΟΥ
ΗΜΑΝ ΗΣΥΧΟΣ και κανείν ’γώ δεν πείραζα. Ημαν προύμυτος, και ’γώ βύζαινα χάος… Τούτους τους αρχέγονους χυμούς σταλάζει, με γλώσσα ειρωνική και ιδιαίτερη, σε υπερρεαλιστικά μοτίβα με ανατρεπτική εικονοποιία, και γαλουχεί την ποίηση και την πεζογραφία μας μέγας αιρετικός της. Πρόκειται ασφαλώς για τον Γιάννη Σκαρίμπα, που αναχώρησε τέτοιες μέρες το 1984 για τις επουράνιες Χαλκίδες:
ΜΟΝΟ ΔΥΟ ΣΤΙΧΟΥΣ Ετσι λοιπόν! Πάντα ωραία και πάντα, θα ’ναι, σάμπως,/ όνειρο αέρινο οι άνεμοι κι οι φουσκοθαλασσιές/ και θα μαγεύει παντοτεινά το πλοίο όταν στο θάμπος/ το εσπερινό αϋλώνεται σ’ ανταύγειες χρυσές.// Πάντα και πάντα, ναι, χρυσός – άνθινη ωραία γιρλάντα,/ θα ’ρχετ’ ο κύκλος των πουλιών στου χρόνου τα φτερά/ κι η λεύκα θα ’ν’ παντοτεινά ωραία, πάντα και πάντα,/ όταν –τρελή– με τις φωνές των άνεμων σφυρά.// Μόνον εγώ, μόνον εγώ, ποτέ δεν ήμουν πλοίο/ μήτε αέρινο όνειρο, μήτε πουλί σ’ ανθό/ ήρθα στον κόσμο με πλατύ μέτωπο, ορθό και λείο/ μόνο δυο στίχους μου σκληρούς να πω και να χαθώ…
Η ΑΓΝΩΣΤΗ Κι ήταν ωραία ως πέρασε άκρη του δρόμου εκεί,/ μ’ άγνωστο πάτημα ποδιού και τρυφερό μυστήριο,/ στο πεζοδρόμι κρούοντας ωραία ερημική,/ των τακουνιών της το γοργό κι ερωτικό εμβατήριο.// Στάθκα στητός, τη μουσική γροικώντας του αλαφρού/ κυματισμού των ρούχων της – κι εντός μου ό,τι είχε σπάσει/ κι ήταν τραχύ, στης φούστας της το ευγενικό φρου φρου,/ χρυσός να γίνετ’ ένιωθα καρπός πο’ ’χει ωριμάσει!// Εφυγε αυτή… Ποιος ξέρει πού –σε ποια σιγή ερημιάς–/ νοσταλγική το βήμα της τ’ άγνωστο πάει να δώσει,/ κι αυτή –το νιώθω ναι– που αν ήθελε, με μιας,/ τον βάρβαρό μου εαυτό γλυκά θα ’χε ημερώσει.// Τώρα; Τώρα στους πρώτους μου έμεινα εδώ οδυρμούς,/ Πάνας του δρόμου ερωτικός –η φύση ως μ’ έχει κάμει–/ κι είμαι λες, σαν –ποιος ξέρει ποιους– να ξέχασα δρυμούς/ κειο το λιανό –με τρεις οπές– που σφύραγα καλάμι…
Ο ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ Εκεί, προς τις γραμμές του Νότιου απείρου/ περήφανο ως λικνίζοντας το πλοίο/ με δύο γλαρά φουγάρα και ονείρου/ φώτα χρυσά – η Κυρία μ’ ένα βιβλίο,// στο χέρι εμελαγχόλει… τι θεία ώρα/ στα βαλς που η σάλα αντηχεί κι είχεν έβγει/ μισή φωτιά η σελήνη!… και τι φιόρα/ οι έξωμες μηλαίδες και τα ζεύγη.// Που ωραία στροβιλίζονταν. Η μπάντα/ που ανύποπτους σε μέθη αιθέρια εώρει!/ Και η Κυρία –ωωω! … που εκράτει πάντα/ εκείνο το βιβλίο… το βαπόρι.// Στο πέλαο που αγάλι έκανε κράτει…/ Ω η Κυρία, η Κυρία αυτή η μοιραία/ με πάντα το βιβλίο –τώρα– ω νάτη/ Κρυφά το σκα απ’ την πόρτα κι είν’ ωραία.// Μα ωχρή… Ενώ το πλοίο πλέει (ή δεν πλέει;)/ τον πλοίαρχο κρατεί κι αχνή και κρύα:/ «Γροίκησα σαν κάποιο τίναγμα…» του λέει./ -Μα βέβαια, βυθιζόμεθα Κυρία!…
