ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Φασκελωκουκούλωσ’ τα τα χαΐρια μας τούτες τις άνυδρες μέρες του αναγκαστικού εγκλεισμού. Μόνη απόλαυση το περπάτημα, που ξεσκουριάζει οπωσούν το σασί του σώματος, ξεμουδιάζει τους μυς και ξελαμπικάρει τα Σεραφείμ του νου. Τουτέστιν, παίρνουμε τα στενά, τις λεωφόρους και τα όρη, η έλλειψη των οποίων στον αστικό ιστό μάς κάνει να αρκούμαστε στους ουκ ολίγους λόφους του Λεκανοπεδίου. Και καθώς επιστρέφουμε ξεθεωμένοι πριν από τις εννιά, βαδίζουμε άφθονα ξεκούραστα χιλιόμετρα πλάι στον Ιωάννη τον Περιπατητή, κατά κόσμον Τζόνι Γουόκερ, και στα υπόλοιπα λεβεντόπαιδα του σκοτσέζικου σιναφιού.

Αναμφιβόλως δεν ετύγχανε λάτρης του ποτηριού η προσωπικότητα που προτίθεμαι να παρουσιάσω. Δεν αντιμετώπιζε, ωστόσο, περιοριστικά ωράρια· τουλάχιστον όχι όσο περιόδευε στην ύπαιθρο. Δεινός οδοιπόρος, περπάτησε κάμποσες φορές ολόκληρη την επικράτεια από τη δεκαετία του 1930 και εντεύθεν, αιχμαλωτίζοντας απαράμιλλες στιγμές της ελληνικής φύσης και της πρόσφατης ιστορίας μας, ηρωικές σελίδες της οποίας αποτύπωσε στον φωτογραφικό του φακό.

Καλά καταλάβατε. Πρόκειται για τον Σπύρο Μελετζή, που πρωτοβλέπει το φως στους Αγίους Θεοδώρους της Ιμβρου, σαν σήμερα το 1906. Οι γονείς του Μενέλαος Μελετζής και Καλλιόπη Γιαννάκη τον προορίζουν για δεσπότη, αφού είναι το πρωτότοκο από τα έξι τους τέκνα. Βγάζει λοιπόν το Δημοτικό και κατόπιν συνεχίζει στο Σχολαρχείο. Τον χειμώνα του 1919, όμως, ο καλαϊτζής (γανωματής) πατέρας του πεθαίνει από την ισπανική γρίπη. Δεύτερο στοιχείο που τον συνδέει, τραγικά αυτή τη φορά, με την πανδημία.

Ο Μελετζής το 1923, έπειτα από τη Συνθήκης της Λωζάννης, βάσει της οποίας το νησί του εντάσσεται στην Τουρκία, φεύγει για την Αλεξανδρούπολη. Εκεί, στο φωτογραφείο του συγγενή του Αλέξανδρου Παναγιώτου, κολλάει το μικρόβιο της Ογδοης Τέχνης. Τελειοποιείται τεχνικά στην Αθήνα αργότερα με δάσκαλο τον Γεώργιο Μπούκα. Το στούντιο όμως του στενεύει τις μασχάλες. Επί είκοσι δύο μήνες το 1936 αποθησαυρίζει ενσταντανέ περπατώντας ακατάπαυστα σε πόλεις, χωριά, βουνοκορφές και λαγκάδια της Ηπείρου. Η έκθεση στα Γιάννενα το 1938 και η μεταφορά της στον Παρνασσό της Αθήνας τον κάνουν ευρύτερα γνωστό.

Στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης ανηφορίζει στο βουνό. Κοντεύει πια τα σαράντα. Δεκαοχτάχρονα ανταρτόπουλα θαυμάζουν τα γερά του ποδάρια, χάρη στα οποία παίρνει το κατόπι τους αεικίνητους καπεταναίους στα πιο καίρια σημεία του αγώνα, απαθανατίζοντας την ανεπανάληπτη εποποιία του λαού μας. Τώρα με την καραντίνα θα διέπρεπε ασυζητητί.