«ΚΑΙ ΟΤΑΝ θα ’ρθουν οι καιροί/ που θα ’χει σβήσει το κερί/ στην καταιγίδα/ υπερασπίσου το παιδί/ γιατί αν γλιτώσει το παιδί/ υπάρχει ελπίδα». Τη συλλογική μας πίστη στην προοπτική και την προσδοκία τραγούδησε αξεπέραστα ο Παύλος Σιδηρόπουλος, που αναχώρησε τέτοιες μέρες του 1990, ανήμερα του Αγίου Νικολάου, για τα επουράνια πεντάγραμμα και τους νεφελώδεις παραδείσους της «παραμύθας». Συνόδευσε το άσμα του Μίκη σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου με μόνη υπόκρουση τις συγχορδίες της κιθάρας του. «Τα μπλουζ του Πρίγκηπα» τιτλοφόρησαν οι επίγονοι το μεταθανάτιο βινύλιο του καλλιτέχνη που ποδοπάτησε όσο ζούσε τίτλους, δυναστείες και δυνάστες.
ΤΡΑΓΙΚΗ ΕΙΡΩΝΕΙΑ: Την ίδια ημερομηνία, δεκαοχτώ χρόνια αργότερα, αστυνομικός που εκτελούσε περιπολία στην περιοχή Εξαρχείων σημάδεψε με το υπηρεσιακό στο κεφάλι και δολοφόνησε εν ψυχρώ τούτη ακριβώς την ελπίδα. Το άψυχο κορμί του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου πυροδότησε τα «Δεκεμβριανά του 2008», όπως ονομάστηκε η ψυχωμένη εξέγερση της ελληνικής νεολαίας που έγινε σημείο αναφοράς και ιστορικό τοπόσημο απ’ άκρου εις άκρον στη Γηραιά Ηπειρο.
ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ για τον Αλέξη που εναποθέτουν κάθε χρόνο νέοι ανεξαρτήτως ηλικίας στα πλακόστρωτα ανά την επικράτεια δεν αφήνει να θολώσει στη λήθη το ειδεχθές συμβάν, το υπενθυμίζει διαρκώς με σκοπό να μην επαναληφθεί. Αρωμα ελπίδας διαχέεται πανταχόθεν, που θεωρείται ωστόσο εξόχως «κολλητική» από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και γι’ αυτό άκρως επικίνδυνη. Χιλιάδες πάνοπλοι συνάδελφοι του Κορκονέα κατέκλυσαν χθες τας οδούς για να πνίξουν στα δακρυγόνα τις άνθινες ευωδιές. Οι μορφές του Παύλου Σιδηρόπουλου και του Αλέξη Γρηγορόπουλου συνδέονται άρρηκτα με αόρατα νήματα, καθώς στίχοι του πρώτου από το «Εχω μια θλίψη για τα μακρινά αριστουργήματα» (Opportuna) κρατούν, λες, ζωντανή τη μνήμη του δεύτερου:
Ο ΦΡΑΧΤΗΣ ήτανε ανοιχτός/ και το παιδί φευγάτο./ Ο κήπος έμεινε αδειανός/ κι ένας καινούργιος ποταμός/ μας φέρνει το μαντάτο.// Μου ψιθυρίζουν τα νερά/ πως το παιδί μιλάει./ Σκότωσε τον πατέρα του/ κι η εφηβική παντιέρα του/ προς τ’ ανοιχτά τραβάει.// -«Ε, Ψηλορείτη, μάνα του/ και Καύκασε, πατέρα/ στείλτε φωτιά στο διάβα του/ μην πέσει και χτυπήσει».
ΒΕΛΟΥΔΙΝΟ ΜΑΥΡΟ Είναι το βελούδινο μαύρο/ που σκεπάζει τους μολυβένιους ορίζοντες/ όταν τα δάκρυα γλυκά/ χαιρετίζουν τις ξεχασμένες μας ζωές./ Είναι το βελούδινο μαύρο του πάθους/ που θα σκεπάσει τη μνήμη/ και το χαμόγελο κόκκινη ανταύγεια/ στο χρόνο που προκαλεί το θάνατο/ για ένα διαπιστευτήριο ζωής.
ΤΟΥ ΑΗ-ΓΙΑΝΝΙΟΥ Θεριεύαν οι φωτιές του Αη-Γιαννιού/ θέριευαν τα όνειρά σας/ τις φλόγες σαν πηδούσατε/ τον θάνατο αψηφούσατε/ στην οδό Πάτμου στις γωνιές,/ σα σμίγαν τα κορμιά σας.// Και τώρα αδέρφι μου χλωμό/ που δεν πιστεύεις σε θεό/ πέθανε ο Αη-Γιάννης./ Μέσα σε άγριες πυρκαγιές/ αγγίζεις κρύες αγκαλιές/ που μόλις βρεις τις χάνεις.// Ετούτες δω οι φωτιές/ δεν είναι, ξέρεις παιδικές/ μοιάζουν θανατηφόρες/ κι αυτά που βλέπεις τα κορμιά,/ μπουντρούμια μεσαιωνικά,/ ήττες τροπαιοφόρες.
