Καθολική καραντίνα επιβλήθηκε στη Νύμφη του Θερμαϊκού και την παραμονή οι αρραβωνιάρες κι οι μνηστήρες της πόλης το γλέντησαν με την ψυχή τους ώς τα χαράματα σε εναπομείναντα ξενυχτάδικα των Λαδάδικων. Βουνό το δίκιο τους κι ας έσπευσαν να τους επικρίνουν διάφοροι άσχετοι καρτεσιανοί διότι αγνόησαν τάχα μου τις ντιρεκτίβες περί τον συνωστισμό και δεν φορούσαν μάσκα. Οι ξενέρωτοι όπου γης αδυνατούν να κατανοήσουν ότι παρόμοια ξεφαντώματα έχουν ουσία ακριβώς επειδή στο τσακίρ κέφι πέφτουν οι προσωπίδες και τα προσωπεία. Απολύτως συνειδητοποιημένοι οι Σαλονικιοί χαροκόποι, τραγουδούσαν εν χορώ στην ολονυκτία τους το αθάνατο κουπλέ της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου «Το τελευταίο βράδυ μου απόψε το περνάω…».
Ετσι εξηγούνται οι τεράστιες ουρές για ράπιντ τεστ μπροστά το άγαλμα του Αλέξανδρου από το πρωί έως αργά το απόγευμα της Πέμπτης: σχολαστικοί οι κάτοικοι της συμπρωτεύουσας, φρόντισαν να βεβαιωθούν πως δεν είναι φορείς του ιού προτού βγουν για ξεσάλωμα σε στέκια που επρόκειτο να βάλουν λουκέτο οσονούπω. Εμφορούμενοι από το αιώνιο ελληνικό πνεύμα, στολίστηκαν με τα καλά τους για να διασκεδάσουν ομοθυμαδόν πριν απ’ την κρίσιμη μάχη, όπως οι αρχαίοι πολεμιστές στον Ομηρο, τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη. Τη χορογραφία αναπαρέστησε πιστά ο Νίκος Καζαντζάκης στον «Αλέξη Ζορμπά» και υποδύθηκε ορχούμενος με δεξιοτεχνία ο Αντονι Κουίν στην ομώνυμη ταινία του Κακογιάννη.
Φάνταζε σωστός σάτυρος και τραγωδός ο Φλώριος του Λιόντα, γλεντοκοπώντας δεκαπέντε συναπτά μερόνυχτα με την παρέα του στ’ Απεράθου της Νάξου στις αρχές της δεκαετίας του Ογδόντα. Παρουσιαζόταν στον στρατό κι οι φίλοι του πάσχιζαν να τον ξεπροβοδίσουν με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Για τους ορεσίβιους κατοίκους του τόπου το φανταριλίκι ισοδυναμούσε ανέκαθεν με φυλάκιση και εξορία μαζί. Αναθρεμμένοι στους ανοιχτούς ορίζοντες του Αιγαίου, εκλάμβαναν τη θητεία, που διαρκούσε τότε πάνω από διετία υπό σκληρές συνθήκες στα απώτατα σημεία της χώρας, με ειδεχθή εγκλεισμό. Καραντίνα κανονική, καλή ώρα. Η νεολαία του χωριού δεν άφηνε ανεκμετάλλευτες τέτοιες ευκαιρίες, τιμώντας τους εκάστοτε κληρωτούς με αλλεπάλληλες και γενναίες σπονδές στον Διόνυσο και σε έτερους εκπροσώπους του Δωδεκάθεου. Τουτέστιν, φαγοπότια μέχρι τυλώσεως της κοιλίας, συνοδεία άφθονου άκρατου οίνου και αδιαλείπτως ρέουσας ρακής. Χοροί και άσματα ενδιαμέσως με τζαμπούνες και βιολιά να κελαηδούν μεθυστικά, ζωντανά ή στο κασετόφωνο. Λιγοστός ανήσυχος ύπνος μετά την ανατολή και, κατά τη δύση, βουρ κι απ’ την αρχή. Αγαπητός σε όλους ο Φλώριος κι ένας ένας διοργάνωναν αξέχαστες εσπερίδες αποχαιρετισμού, όπου δοκιμάζονταν τα ανθρώπινα όρια και οι αντοχές.
Ιδεώδες και ευφρόσυνο καψόνι, άλλως ειπείν. Οποιος μπορούσε να αντεπεξέλθει στα μυθώδη βακχικά όργια, θα αντιμετώπιζε χωρίς δυσκολία οιεσδήποτε κακουχίες. «Το τελευταίο βράδυ μου…» τραγουδούσε ξανά και ξανά ο στρατολογημένος στην κραιπάλη στρατεύσιμος, ώσπου οι μεθοκόποι τον συνόδευσαν δακρυσμένοι στο πλοίο που θα τον οδηγούσε στο στρατόπεδο. Μαύρα μάτια θα ’καναν να τον ξαναδούν. Σε τρεις μέρες, ωστόσο, όλως ανέλπιστα ο Φλώριος εμφανίστηκε στην Απείρανθο, εξηγώντας στην απορούσα ομήγυρη πώς ευμεγέθης αρουραίος τρύπωσε στην αρβύλα του κι όταν πήγε γλαρωμένος να τη φορέσει τον δάγκωσε στο δάχτυλο με αποτέλεσμα να μολυνθεί η πληγή. Βγήκε απ’ το νοσοκομείο την επαύριο με εικοσαήμερη αναρρωτική στο τσεπάκι. Νύχτες ακολασίας ακολούθησαν. Τη δέκατη ένατη ο Μήτσος τσι Μαριάς σήκωσε το ποτήρι του προτρέποντας τον ευδοκίμως αποθεραπευθέντα: «Ενα κεφάλι τυρί να βαστάς του ποντικού τώρα που θα πας».
