ΕΞΥΜΝΗΣΑ ΧΘΕΣ την «Ελευθέρα Πολιτεία της Ικαρίας», ήγουν την ένοπλη εξέγερση των κατοίκων της, τέτοιες μέρες του 1912, και την κήρυξη της αυτονομίας της μετά την εκδίωξη της τουρκικής φρουράς. Αλίευσα «Λαϊκή ρίμα της ικαριακής επαναστάσεως», γραμμένη από τον πρωτεργάτη της Χαράλαμπο Παμφίλη. Αποτίω τιμή, δημοσιεύοντας χαρακτηριστικά αποσπάσματα, επειδή επιπροσθέτως αποκτούν μακάβρια επικαιρότητα, ουχί μόνον για τη Νικαριά, αλλά δι’ άπασας τας νήσους Ιονίου τε και Αιγαίου, στενάζουσες υπό τον ζυγό της δυσπραγίας και της ανεργίας. Την κάνω προς τα εκεί, χάριν της θερινής αδείας, μπας και προφτάσω τις επικείμενες επαναστάσεις. Τα ξαναλέμε μπαρουτοκαπνισμένοι αργά τον Αύγουστο. Καλό καλοκαίρι. Τρομάρα μας! Παρεμπιπτόντως ιδού η ωδή:
ΒΟΗΘΑ ΜΟΥΣΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ από ψηλά να ψάλλη/ της Νικαριάς τη λεβεντιά, βοήθα την να μη σφάλη./ Σαν σκέπαζε το Εθνος μας κακής σκλαβιάς μαυρίλα/ η Νικαριά κρατιούντανε απείραχτη βαρκούλα/ και σταθερά ταξείδευε στη μαύρη καταιγίδα/ τι είχε σαβούρα μυστικιά του Γένους την ελπίδα./ […] Αρμένιζε κ’ ωρτσάριζε πάντα για την Αθήνα/ γιατί εκεί την έσερνε της λευτεριάς αχτίνα/ ώς που ο Τούρκος βάλτηκε να στρέψη το τιμόνι/ να τήνε κάμη τούρκικια κ’ εις τον Αλλάχ αμώνει/ να τήνε κάμη ολότελα μιαν άπιστη Τουρκάλα/ που μα μην έχ’ ιδανικά μήτε ελπίδα στάλα./
ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΕΡΑΣΑΝ με πόνο και με φρίκη/ που το νησί μας ο Αγάς το πήρε για τσιφλίκι/ το γέμισε αφέντηδες και τούρκικα κιουτάπια/ που χάναμε το μπούσουλα, τ’ αυγά και τα καλάθια./ […] Αι! τότε πια φυτεύτηκε η σπίθα στο μπαρούτι/ κ’ άναφτε πάντα αστραπές κ’ ήταν σωστό κουνούπι/ η Νικαριά η φλογερή στου Τούρκου το ρουθούνι/ κι όλο κτυπούσε δυνατά του πείσματος κουδούνι./ […] Είχ’ ο Ιούλης δεκαφτά στα χίλια εννιακόσια/ και δώδεκα, αφ’ του Χριστού τη γέννησ’ ήταν τρίτη,/ σαν γένηκ’ πανήγυρι της λευτεριάς κ’ η θήκη/ χωρίστηκ’ από το σπαθί που χάραξε την πρώτη/ του δώδεκα ανάστασι… Στον κάθε πατριώτη/ έδωκ’ ανάσα ολόψυχα σ’ όλους να διαλαλήση/ πως ήθελε το έθνος μας να ζήση και θα ζήση./ Τον όρκο παίρνει ο Μαλαχιάς από τα παλληκάρια/ και ζώνεται τα όπλα του και κόβει στα λαγκάδια./ […] Μα κι άλλη γίνεται γιορτή στης Ράχες στο Χριστό/ όπου τα λεβεντόπαιδα το κόψανε σωστό/ μήτε μακρύ μήτε κοντό το τσούλινο καφτάνι/ που τύλιξαν Αγαρηνούς πριν η αυγή σημάνη./
Ο ΠΛΙΟΥΤΗΣ Ο ΘΕΡΙΟΨΥΧΟΣ τ’ Απεριχιού καμάρι/ είχε στρατέψει πιο μπροστά γεμάτος από χάρι/ πλακώνει πρώτος και μ’ αυτόν ο Σιδερής ο Γιάκας/ με τον Πιδέξιο τον τρανό μα πρόφτασε κι ο Λάκας/ […] όλοι πρωτοπαλλήκαρα κι ο Κουλουλιάς ο βλάμης/ που για τ’ ανεκατώματα είναι σωστός αντάμης/ κι άλλοι καμπόσοι βούθησαν σ’ εκείνα τα τετρίπια/ που στο Χριστό τσακώσανε τους Τούρκους σαν ποντίκια/ πριν να προφτάσουν να πλυθούν και να καλοξυπνήσουν/ και τον Αλλάχ γονατιστοί να διπλοπροσκυνήσουν.// […]
ΚΑΙ ΜΙΑ ΦΩΝΗ από παντού φωτιά προστάζει πάλι,/ φωτιά στους σκύλλους άλυπα! κουφάρι να μη ζάλλη!/ Αστραποβρόντι τουφεκιού και δυναμίτη σμπάρος/ εγέμισε τον ουρανό, που δεν τολμά ο χάρος/ να πλησιάση το νησί. Και σαν επήρε φώκο/ το βαρελάκι ο ταραμάς, θέλω στ’ αυτιά μου στόκο!/ Θεέ! πώς δεν εβούλιαξε ο κόσμος αφ’ το βρόντο!/ Θαρρούσες πως οι κεραυνοί κτυπούσαν μέσ’ το λόγγο/ θαρρούσες πως ο ουρανός επλάκωσε το βούνιο/ κι ο βούνιος πως βρυχιούντανε να σπάση σαν οβούζι!/ Θαρρούσες πως εγύρευε η Γη να μπη σε μπούνιο/ θαρρούσες πως εγύρευε να σπάση σαν καρπούζι…
