Η νεαρή Αρσακειάδα κρύβει κάτω απ’ την μπλε σχολική της ποδιά προκηρύξεις, αφίσες και κάθε λογής παράνομο υλικό, ακόμα και όπλα. Το γράψιμο συνθημάτων στους τοίχους, το μοίρασμα πολυγραφημένων αντιστασιακών κειμένων και η αφισοκόλληση αποτελούν άκρως επικίνδυνες ενασχολήσεις στην κατοχική Αθήνα. Διεκπεραιώνονται συνήθως με τη συνδρομή ένοπλων τσιλιαδόρων, έτοιμων να δώσουν μάχη ανά πάσα στιγμή με τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους που βαράνε στο ψαχνό, όποτε εντοπίζουν πιτσιρικάδες πολέμιους του ναζισμού. Ενταγμένη στις γραμμές της ΕΠΟΝ, η Ηρώ Κωνσταντοπούλου δεν διστάζει να αναλάβει τις πιο παράτολμες αποστολές, τις οποίες εκτελεί με ενθουσιασμό και αυταπάρνηση.
Ριψοκινδυνεύει παίζοντας νυχθημερόν τη ζωή της κορόνα-γράμματα. Καίτοι γεννιέται στην Αθήνα, κατάγεται απ’ τη Σπάρτη κι οι επιδόσεις της στα γράμματα είναι σπάνιες. Μιλάει τέσσερις γλώσσες, ανάμεσά τους και Γερμανικά. Ανήμερα των δέκατων έβδομων γενεθλίων της συλλαμβάνεται στο σπίτι της επί της Βεΐκου 57 στο Κουκάκι από δωσίλογους των Ταγμάτων Ασφαλείας. Βασανίζεται φρικτά στα κρατητήριά τους, αλλά δεν λυγίζει. Φτύνει στα μούτρα τους διώκτες της, τους αποκαλεί προδότες κι εκείνοι τη χτυπούν με μεγαλύτερη μανία. Ο εύπορος πατέρας της κατορθώνει να την απελευθερώσει καταβάλλοντας διόλου ευκαταφρόνητο ποσόν – είναι, βλέπεις, παραδόπιστοι οι γερμανοτσολιάδες. Ουδόλως την πτοούν οι πληγές της και δεν βάζει νερό στο κρασί της λευτεριάς με το οποίο εξακολουθεί να μεθά.
Ωσαύτως συμμετέχει σε επιχείρηση ανατίναξης γερμανικού τρένου με πυρομαχικά. Πιάνεται ξανά στις 31 Ιουλίου και οδηγείται στο κολαστήριο της Κομαντατούρ, στη Μέρλιν, όπου περνάει τα πάνδεινα επί τετραήμερο. Δεν καρφώνει τους συντρόφους της, εξοργίζοντας τους επιτελείς των Ες-Ες που τη στέλνουν στο Χαϊδάρι. Εκεί γνωρίζεται με τη Λέλα Καραγιάννη. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1944 οδηγείται με άλλους σαράντα εννιά στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, όπου εκτελείται με δεκαεπτά σφαίρες όσα και τα χρόνια της. «Χτυπάτε κτήνη» φωνάζει στο απόσπασμα. Δυο μέρες πριν, αφήνει στις συγκρατούμενές της τους παρακάτω στίχους: «Υπομονή κι υπομονή/ καρτέρει και καρτέρει/ και τούτος ο Σεπτέμβριος/ τη Λευτεριά θα φέρει.// Ως την Τετάρτη, βρε παιδιά./ θ’ ανάψουνε τα φώτα/ θα ’χουμε λεύτερο ψωμί/ και μπόλικο σαν πρώτα.// Ως την Τετάρτη, βρε παιδιά, θα ’χουμε γεγονότα/ και στην ωραία Αθήνα μας/ θα λάμψουνε τα φώτα.// Με σεβασμό στον Αγνωστο/ θα πάνε οι Χαϊδαριώτες/ θα καταθέσουν στέφανο/ σα γνήσιοι πατριώτες». Επιβεβαιώθηκε έναν μήνα αργότερα. Αυτά τα ολίγα για το περίφημο ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς.
