ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟΣ και εν πολλοίς υποτιμημένος, ο Πειραιώτης ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης, που έφυγε σαν σήμερα το 1991, στα πενήντα ένα του. Σπούδασε ελληνική και αγγλική φιλολογία στην Αθήνα και το Λονδίνο και δούλεψε καθηγητής στη μέση εκπαίδευση· Δάσκαλο με κεφαλαίο «δέλτα» τον θυμούνται οι μαθητές του. Πρόλαβε, ωστόσο, να τυπώσει δεκατρείς ποιητικές συλλογές, τρία θεατρικά, έξι παιδικά βιβλία, ένα με αφηγήματα, ένα δοκίμιο, δέκα μεταφράσεις, και ν’ ακούσει στίχους του μελοποιημένους, αφήνοντας διακριτό στίγμα στα γράμματά μας. Ιδού ταπεινό απάνθισμα:
ΜΕ ΠΗΡΕΣ κουρέλι χωρίς όνομα,/ χωρίς πρόσωπο συγκεκριμένο, κάτι σαν/ τους παληάτσους στο τσίρκο που βάφονται/ όσο πιο δυνατά μπορούν για να πείσουν/ τους άλλους ποιοι είναι και μέσω αυτών τον εαυτό τους,/ αλλά πάντα όλο και κάτι βρίσκεται να τους προδώσει:/ η ρυτίδα στο στόμα που κατεβαίνει ανελέητη,/ το κοκκινάδι το ύποπτο και ιδίως το βλέμμα,/ το βλέμμα εκείνου που πολλοί τον έφτυσαν,/ πολλοί του πέταξαν λεμονόκουπες, τον λοιδώρησαν./ Κρύβονται τότε κάτω από τη σκάλα του τσίρκου/ και βγάζουν το καθρεφτάκι απ’ το φαρδύ πανταλόνι/ και σιγά σιγά διορθώνονται. Αν ρίξουν λίγη/ πούντρα παραπάνω, η λάσπη από το δάκρυ θα κρυφτεί./ Ολα εν τάξει κι ο Διευθυντής τους παίρνει/ από το χέρι και, να, τα φώτα, τα χειροκροτήματα./ Κάπως έτσι. Ομως εσύ με πήρες στη βρύση/ και μου έριξες χούφτες νερό να φύγουν,/ να φύγουν τα ψιμμύθια και να φανούν οι χαρακιές,/ το παρελθόν μου, που λένε. Με ενοποίησες.
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΗΜΩΝ Ο Κύριος ημών –θυμάσαι; κάπου βεβαίωσε/ πως άλλη πιο μεγάλη αγάπη δεν είναι/ απ’ το να δώσεις την ψυχή σου να τη σπαράξουν/ και πια να γυροφέρνεις ήρεμος, τιποτένιος, χωρίς οργή,/ χωρίς αντίκρισμα–/ κι εγώ σε συλλογιέμαι από τότε αδάκρυτος,/ δίχως καλοσύνη ή μίσος, με μνήμη/ που μοιάζει των σφουγγαράδων που τρελάθηκαν/ όταν αντίκρισαν στοιχειά της θάλασσας,/ γεμάτος ομίχλη, λόγια ανεξήγητα, πυροβολισμούς,/ σχεδόν είμαι ευτυχισμένος χωρίς επέκεινα,/ χωρίς ψυχή, να σέρνομαι στα λιμάνια,/ στα σκοτεινά παγκάκια,/ μαζί μ’ άλλους χαμένους στο σκοτάδι/ χέρι με χέρι όλοι μας,/ βυθισμένοι στην απέραντη ερημιά της σάρκας.
ΚΑΘΕ ΠΟΥ ΤΡΕΧΕΙ πράσινη βροχή στις δάφνες/ κι αλλάζουν φορεσιές αθόρυβα τα δέντρα/ ρίχνοντας φλούδες και ψιθύρους στο βαθύ νερό,/ μετράω τον χρόνο να γλιστρά στα δάχτυλά μου./ Ωρες που έφυγαν, με πρόσωπα μισοφωτισμένα/ που αγάπησα, ριγμένα σαν πέτρες στο βυθό της θάλασσας.
ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ώρες ολόκληρες να ρουφώ/ την αναπνοή σου αμίλητος ακούγοντάς σε/ να μιλάς σαν ήχος βροχής σε λουλούδι/ για θέματα αδιάφορα. Τόσο λίγο καταλαβαίνει/ ο ένας τον άλλον, αλλά, ξέρεις, φθάνει/ να βλέπω το χέρι σου να γυρνά/ μια σελίδα βιβλίου μισοφωτισμένο απ’ τη λάμπα/ ή την πλάτη σου να σκεπάζει την κάμαρα/ και να σωπαίνω. Ο χρόνος έφερε/ αυτό το απροσδόκητο μέσα μου:/ σ’ έλαμψε τίμια και τώρα σε νιώθω/ σαν πράσινη φωτιά να μεγαλώνεις./ Αθόρυβα που πατά η νύχτα, προνοητική/ για ό,τι αφέθηκε ανεκπλήρωτο ή ανείπωτο.
