ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΔΙΑΡΚΕΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙ η ζωή του. Δοκίμαζε νυχθημερόν τις αντοχές του στο αλκοόλ, ενίοτε σπαταλιόταν σε αυτεπίστροφους έρωτες, άλλοτε προκαλούσε τον θάνατο, ξιφομαχώντας μαζί του στο ανέμελο περιβάλλον των παιδικών ξύλινων σπαθιών. Εβαζε το κεφάλι στον ντορβά κι έβγαινε αλώβητος ώστε οι φίλοι του να τον νομίζουν βαφτισμένο στα ύδατα της Στυγός. Στα πάντα, όμως, και πάντοτε πρυτάνευε ο ακατάλυτος δεσμός του με την ποίηση· απ’ αυτήν ξεκινούσαν όλα και στην αβέβαιη αγκαλιά της επέστρεφαν.

ΤΗ ΜΟΙΡΑΙΑ φθινοπωρινή βραδιά τα πίνει με εκλεκτή παρέα στη βεράντα του σπιτιού του στο Κουκάκι. Δεν εκπλήσσεται η ομήγυρις βλέποντάς τον να ισορροπεί οινοβαρής στο κιγκλίδωμα· το ’χει άλλωστε ξανακάνει. Αίφνης παραπατάει και πέφτει απ’ τον τρίτο. Ξεψυχάει στο νοσοκομείο λίγες μέρες αργότερα· στις 5 Οκτωβρίου 2005. Ο Ηλίας Λάγιος, διότι περί του Λάγιου πρόκειται, γεννήθηκε τέτοιες μέρες του 1958 στην Αρτα και πρόλαβε στα 47 χρόνια του να αφήσει ανεξίτηλο στίγμα στην ποίηση. Ιδού δεινό δείγμα:

ΘΕΟΥ ΠΛΗΡΟΤΗΣ. Ο καφές μου, το τσιγάρο,/ η κλινική που κάθε βράδυ με σταυρώνει/ σ’ ενός τα χέρια που κοιμάται στο τιμόνι./ Το μάννα εξ ουρανού που αρνήθηκαν να πάρω.// Ο τρόμος. Ο στρεβλός εφιάλτης. Ο ιδρώτας./ Μια ρίμα που σφυρίζει, βρίζει κι επιμένει/ να ’ρθει γραφή μου για να βγει ολικώς σβησμένη./ Ο έσω Καιάδας που τον δρόσιζε ο Ευρώτας.// Σ’ ένα παράθυρο ανοιχτό, αθώο τ’ ανάστημά μου/ φυλλομετριέται με ύφος ακακίας./ Θα εμψυχωθεί στον κερασφόρο της κακίας/ να σκούξουν τίποτε, επί εκτάσεως άσπρης άμμου.// Η ώρα κυλά. Διαβάζω μιαν εφημερίδα·/με δίχως τίτλους, γράμματα, μαντάτα, ελπίδα.

ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ να ψυχορραγείς τέσσερις το πρωί/ σκληρά χαράματα κοντά,/ σε μιαν ολάδεια σάλα ψυχιατρείου∙/ μ’ έναν φραπέ σε πλαστικό ποτήρι/ σύντροφό σου και παρηγοριά,/ με φώτα πετρωμένα, ηλεκτρικά/ να σε ρυθμίζουν∙/ με τη ρωγμή στο πρόσωπο/ και βουρκωμένα μάτια∙/ και μήτε κάποιας το κορμί/ και μήτε κάποιας τ’ όνομα∙/ μόνον τα ηλίθια παράθυρα,/ άψυχα και απαθή, να σε παρατηρούνε,/ χωρίς κουβέντα και φιλία,/ με δίχως καν εχθρότητα∙/ ξάφνου, σώμα φωτός, δειλή σκιά/ κρυφοπερνώντας,/ χάραξε το αμετάβλητο σκοτάδι – πια/ κατάδικό μου.

ΠΑΝΤΟΥΜΑΚΙ Ανάβει το φως μες στην διάφανη ημέρα/ το φως που ακουμπά σ’ έναν κόσμο σκοτάδι/ καθώς κυβερνάς στη σιγή ατμοσφαίρα/ γλυκό λαμπυρίζει του πόθου το λάδι.// Το φως που ακουμπά σ’ έναν κόσμο σκοτάδι/ γλιστρά στου ψαριού σου κορμιού τη σελήνη/ γλυκά λαμπυρίζει του πόθου το λάδι/ κι η νύχτα που αυξάνει την ζώνη σού λύνει.// Γλιστρά στου ψαριού σου κορμιού τη σελήνη/ το χέρι τ’ απλό που διαβάζει την ύλη/ κι η νύχτα που αυξάνει την ζώνη σού λύνει/ σ’ αφήνει στου κοίλου σπασμού την καμπύλη./ Το χέρι τ’ απλό που διαβάζει την ύλη/ διδάσκει στον νου το τερπνό μεσημέρι/ σ’ αφήνει στου κοίλου σπασμού την καμπύλη/ ν’ ανθίζεις της πίκρας το ελάχιστο αστέρι.// Διδάσκει στον νου το τερπνό μεσημέρι/ καθώς κυβερνάς στην σιγή ατμοσφαίρα/ ν’ ανθίζεις της πίκρας το ελάχιστο αστέρι/ ανάβει το φως μες στην διάφανη ημέρα.