Ναρκοθετούν ενίοτε το πεπρωμένο ειρωνικές όσο και μακάβριες συμπτώσεις, όπως στην περίπτωση του ηθοποιού Χρήστου Τσαγανέα που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1906 στη Βραΐλα της Ρουμανίας και πέθανε στην Αθήνα ανήμερα των γενεθλίων του, τέτοια μέρα, εβδομήντα χρόνια αργότερα. Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη στο Α’ Νεκροταφείο. Η εκταφή του έγινε οκτώ χρόνια αργότερα για να αναπαυθεί στο ίδιο μνήμα η σορός του Βασίλη Τσιτσάνη, που πρωτόδε το φως στα Τρίκαλα στις 18 Ιανουαρίου 1915 και αποδήμησε από νοσοκομείο του Λονδίνου πάλι στις 18 Γενάρη, το 1984, στα εξήντα εννιά του.
Ιδίως από δεύτερους ρόλους του εμπορικού κινηματογράφου έμεινε γνωστός στο ευρύ κοινό, παρότι υπήρξε πρωταγωνιστής του Εθνικού Θεάτρου επί σειρά ετών, συμμετέχοντας σε σπουδαίες παραστάσεις. Ποιος ξεχνά τον γυμνασιάρχη «Βεβαίως βεβαίως» στο φιλμ «Το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο» (1959) ή τον τρόφιμο του ψυχιατρείου με το διαχρονικό «Ανθρωποι, άνθρωποι, προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός;» στο «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» (1948), αμφότερα του Αλέκου Σακελλάριου.
Τις περισσότερες φορές, στις περίπου εβδομήντα ταινίες του, ενσάρκωνε με αξεπέραστο στιλ τον απρόσιτο, άκαρδο και υπερόπτη εργοστασιάρχη ή εφοπλιστή που σκαρώνει σατανικές ίντριγκες με σκοπό να χωρίσει τη μονάκριβη θυγατέρα του απ’ το τίμιο, βασανισμένο και αυτοδημιούργητο φτωχόπαιδο, το οποίο την αγάπησε εντελώς ανιδιοτελώς, ουδόλως αποβλέπον στη φερνή της. Παρά τα εμπόδια και τις μηχανορραφίες, η επικράτηση του έρωτα προδιαγραφόταν αναπόφευκτη, χαρίζοντας πάντοτε λυτρωτικό χάπι εντ στα μελιστάλαχτα μελό. Ταίριαζε, βλέπεις, με τους ως άνω χαρακτήρες η αριστοκρατική καταγωγή και ανατροφή του Τσαγανέα.
Στην Αθήνα τον έστειλαν για σπουδές οι εύποροι γονείς του, όταν αποφοίτησε από το Ελληνικό Γυμνάσιο της Ρουμανίας. Διάλεξε την Ιατρική, αλλά σύντομα την παράτησε και γράφτηκε στη Νομική, από την οποία ουδέποτε πήρε πτυχίο. Αιτία η γνωριμία του με την καλλονή Ελένη Λάσκαρη που εξελίχθηκε σε κεραυνοβόλο έρωτα. Τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του εκείνη, ήταν ήδη φτασμένη θεατρίνα, χωρισμένη και μωρομάνα, διάσημη στις μαρκίζες ως Νίτσα Βιτσιώρη και αργότερα Τσαγανέα. Στο «Ο Θόδωρος και το δίκαννο» συμβιώνουν σε διαφορετικούς ορόφους του ίδιου κτιρίου. Για χάρη της ενστερνίστηκε τον τροτσκισμό και παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής στη Δραματική Σχολή του Εθνικού.
Αρχειομαρξιστής απ’ τους κορυφαίους, πλάι στον Μήτσο Γιωτόπουλο, ο πρώτος της σύζυγος, επίσης ηθοποιός Γιώργης Βιτσιώρης, τράβηξε τα πάνδεινα από το Ιδιώνυμο του Βενιζέλου, τη δικτατορία του Μεταξά και την ηγεσία του ΚΚΕ, η οποία τον είχε προγράψει, άλλοτε ως χαφιέ της Ασφάλειας και κατόπιν ως συνεργάτη του Χίτλερ. Αυτό δεν τον εμπόδισε να κρύψει τα αρχεία του Τρότσκι στο σπίτι του συντροφικού ζεύγους Τσαγανέα. Οι ανάρμοστες συναναστροφές δεν άρεσαν στην οικογένεια του Χρήστου. Του έκοψε τη χρηματοδότηση και λιμοκτονούσε στα μπουλούκια ώσπου να βρει τον δρόμο του στο σανίδι. Μελανή κηλίδα της διαδρομής του, η δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη τον Δεκέμβρη του ’44, την οποία προσυπέγραψε ως μέλος του προεδρείου του ΕΑΜ Θεάτρου.
