Γκίνια αχαρακτήριστη και ισοπεδωτική! Προεξοφλούσαν δεκάδες φροντιστήρια ότι τα ερωτήματα της Γλώσσας στις φετινές πανελλαδικές θα σχετίζονταν με τις επιδημίες και την καραντίνα. Παρ’ ελπίδα πέτυχαν διάνα, ωθώντας ταυτοχρόνως τους διαγ(κ)ωνιζόμενους σε παταγώδη αστοχία. Μαθημένοι να αντιμετωπίζουν το διάβασμα ως καταναγκασμό, δεν μπόρεσαν να συντονιστούν με το πνεύμα των εξεταστών που εστίασαν τα θέματα στην απόλαυση της ανάγνωσης.
Ράθυμος και ραχατλής, θα ’γραφα κάτ’ απ’ τη βάση, αν, ο μη γένοιτο, βρισκόμουν στη δεινή θέση των υποψηφίων. Θα αποδομούσα κατ’ αρχάς το δοθέν κείμενο, καταλογίζοντάς του δογματισμό εφάμιλλο φανατικών του ιερατείου, αφού προσδίδει στον γραπτό λόγο τις μεταφυσικές ιδιότητες της μετάληψης. Ιδού αποκαλυπτικό απόσπασμα: «Η λογοτεχνία είναι αμόλυντη, κανένας ιός δεν θα τη μεταλλάξει, θα είναι πάντα εκεί και τα λογοτεχνικά αντισώματα θα μεταμορφώνουν τις ψυχές μας». Οπερ έδει δείξαι!
Αμέσως μετά θα τόνιζα ότι γραφή και ανάγνωση περικλείουν τρομερές απειλές, αποτελώντας πρωτίστως ζήτημα ζωής και θανάτου, μετερχόμενος το παράδειγμα του Βελλεροφόντη, που, παρότι πριγκιπόπουλο, βασανίστηκε όσο λίγοι στον βίο του επειδή βαριόταν ν’ ανοίξει, όχι βιβλίο, αλλά έστω και μια μονοσέλιδη επιστολή. Φιλοξενήθηκε με τιμές στην Τίρυνθα από τον βασιλιά Προίτο, το στεφάνι του οποίου, ονόματι Σθενέβοια, θαμπώθηκε από την ομορφάδα του υψηλού εξόριστου και του τα ’ριξε κανονικά.
Φιλότιμος όντας, απέκρουσε σθεναρά τις φιλήδονες κρούσεις της κι από φθόνο και αυταρέσκεια η λεγάμενη τον κατηγόρησε στον άνδρα της πως προσπαθεί τάχα να την αποπλανήσει. Δεν του πήγαινε του Προίτου να τον φονεύσει ο ίδιος, όπως του άξιζε. Δεν τον έπαιρνε κιόλας. Τον έστειλε, λοιπόν, να παραδώσει στον πεθερό του Ιοβάτη, βασιλέα της μικρασιατικής Λυκίας, εφτασφράγιστο φάκελο περιέχοντα την παραγγελία να τον σκοτώσει εξάπαντος εκείνος. Η ζήλια φλόγιζε τα μάτια του Προίτου, αλλά του Βελλεροφόντη δεν του ’κοψε να διαβάσει το ραβασάκι, ώστε να συνειδητοποιήσει τη θανάσιμη επικινδυνότητα των γραμμάτων. Παρουσιάστηκε αφελώς στο παλάτι σαν πρόβατο επί σφαγή.
Ηττοπαθής ο Ιοβάτης, δεν τόλμησε να τον ξεπαστρέψει με τα χέρια του. Του ανέθεσε, όμως, να πολεμήσει τις ανίκητες Αμαζόνες, τη φοβερή φυλή των Σολύμων και στο τέλος να εξολοθρεύσει τη Χίμαιρα, βέβαιος ότι τον οδηγεί σε αναπόφευκτο θάνατο. Ο βιολογικός του πατέρας Ποσειδώνας, που ωστόσο δεν τον είχε αναγνωρίσει, του χάρισε τότε τον Πήγασο και η Αθηνά τα χρυσά γκέμια για να τον δαμάσει. Καβάλα στο ιπτάμενο άτι βγήκε ασπροπρόσωπος ο ήρωας, αλλά δεν θα τραβούσε τόσες ταλαιπώριες, αν ήταν επιρρεπέστερος στην ανάγνωση. Κι αν είχε ξεστραβωθεί πάνω σε κάνα βιβλίο δεν θα ’κανε την αποκοτιά να πετάξει με τον Πήγασο ώς τον Ολυμπο να συναναστραφεί τους θεούς. Ο Δίας τον κεραυνοβόλησε στο δοξαπατρί για την αλαζονεία του και έκτοτε περιπλανιέται ματαίως, κουτσός και τυφλός, σαν τον παππού του τον Σίσυφο. Ελπίζω να γράψω καλύτερα στ’ άλλα μαθήματα.
