ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ
ΔΙΑΛΕΓΩ στις κατά καιρούς ανθολογήσεις μου ολιγόστιχες στροφές ώστε να χωρέσουν κάμποσες στα περιορισμένα περιθώρια της στήλης, να πάρει ο αναγνώστης όσο γίνεται συνολική γεύση του έργου κάθε δημιουργού. Σήμερα βρίσκομαι στη στενόχωρη θέση να αφαιρέσω τα τρία τέταρτα του ποιήματος «Ο Καπετάνιος» της Ρίτας Μπούμη – Παππά που αλίευσα στον τόμο «Ο αδελφός μου ο Αρης» του Μπάμπη Κλάρα και το αναπαράγω με αφορμή την εξώθηση στην αυτοκτονία του πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ από την ανεπαρκή ηγεσία του ΚΚΕ, σαν σήμερα το 1945:
ΔΕΝ Σ’ ΕΙΔΑΜΕ/ στις 13 του Οχτώβρη στην Αθήνα/ δεν σ’ έσφιξαν τα κύματα της λαοθάλασσάς μας./ Οπως σε πρόσταξαν οι φθονεροί/ στα διάσελα έμεινες/ γεράκι νυχοπόδαρο κρουσταλιασμένο/ για ν’ αγναντεύεις απ’ το Καρπενήσι/ τη λευτεριά μας/ ντυμένη στα γαλάζια και στα κόκκινα.// Ομως σε ξέραμε:/ το άλογό σου ήταν άσπρο/ η φέρμελή σου βυσινιά –/ βλαχούλα σε νυχτέρι τηνε ξόμπλιασε/ με χορταράκια κι ανεμώνες,/ τα ξέραμε τα διψασμένα μάτια σου/ ξέχειλα λύπη:/ στον κόρφο της πατρίδας τα ’δαμε/ να ψαχουλεύουνε για γάλα.//
ΔΕΝ ΕΙΔΑΝΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ το μαύρο το σκουφί σου/ πάνω απ’ το δάσος των χεριών μας/ που σε ζητούσαν όρθια και γυμνά/ μες στις ηλιόλουστες πλατείες./ Εσύ αμίλητος/ νεράκι έπινες αντί κρασί χαράς/ τριγυρισμένος απ’ τ’ αγόρια/ που αφήσανε τα σπίτια τους/ για ένα κρεβάτι στο χιόνι.// Σκλάβος της λευτεριάς/ και μιας σκληρής διαταγής της/ απ’ ώρα σ’ ώρα πρόσμενες/ μαντάτο να σου φέρουν οι αετοί/ να ροβολήσεις/ να σμίξομε όπως ταίριαζε σε ίσιο δρόμο/ τη μέρα που δεν κάπνισε το τζάκι μας/ τη μέρα που δεν στρώσαμε τραπέζι για να φάμε/ κι ήτανε κάθε δρόμος χοροστάσι/ κι αλώνι φεγγαρόπετρο η Αθήνα.//
ΕΜΕΙΣ ΠΙΣΤΟΙ στο ραντεβού της λευτεριάς/ προσμέναμε/ αχτένιστος να μπεις από τις βορεινές τις πόρτες/ προγονικά λαχούρια είχαμε στρώσει/ για να πατήσει τ’ άλογό σου/ στις χούφτες μας να πιει να ξεδιψάσει.// Εσύ μ’ αυτιά στητά και παραπονεμένος/ ψάρευες τη βουή μας με την απόχη της παλάμης σου/ που έφερνε ο άνεμος στα καραούλια/ πίσω απ’ τις φτέρες σφούγγιζες τα ματοτσίνορά σου./ Σαν βέργα σπάραξε μια βοσκοπούλα που σε είδε:/ Πέτρα στο δαχτυλίδι μου να το ’χα, Καπετάνιο,/ το χιλιάκριβο δάκρυ σου –/ κόμπο από μάλαμα/ στα σγουρά κλωνιά των μαλλιών μου!//
ΓΛΙΣΤΡΟΥΣΕ Ο ΗΛΙΟΣ στο τροχισμένο σου σπαθί/ σε πλούμιζε ολόκληρο με πούλιες/ μια μέρα πιο ξανθιά κι από το κριθάρι.// Ξέφρενοι στην Αθήνα εμείς σπάζαμε τα ταμπούρλα/ νηστικοί κι από χαρά χορτάτοι/ ξεσκούφωτος λαός με μέτωπο καθάριο/ ξανακελάδαγαν στα δέντρα τα πουλιά/ κωφάλαλοι ζητωκραύγαζαν/ χώμα, νερό κι αέρας το παλάτι μας/ Λευτεριά –/ μια μέρα ολάκερη μαζί σου!// […]
ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ, ΚΑΠΕΤΑΝΙΟ, ένα χαρτί/ που σε κρατάει μακριά μας/ τι περιμένεις να το σχίσεις;/ Σπαθί δεν έχεις να το κομματιάσεις/ βαθύ φαράγγι να το ρίξεις;/ Ποιοι είναι τούτοι οι νιόφερτοι με τις εγγλέζικες στολές/ με τα καλοθρεμένα μάγουλα;/ Μοσκοβολάν μυρωδικά και μεις δεν έχομε σαπούνι…
