ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ

ΔΙΑΛΕΓΩ στις κατά καιρούς ανθολογήσεις μου ολιγόστιχες στροφές ώστε να χωρέσουν κάμποσες στα περιορισμένα περιθώρια της στήλης, να πάρει ο αναγνώστης όσο γίνεται συνολική γεύση του έργου κάθε δημιουργού. Σήμερα βρίσκομαι στη στενόχωρη θέση να αφαιρέσω τα τρία τέταρτα του ποιήματος «Ο Καπετάνιος» της Ρίτας Μπούμη – Παππά που αλίευσα στον τόμο «Ο αδελφός μου ο Αρης» του Μπάμπη Κλάρα και το αναπαράγω με αφορμή την εξώθηση στην αυτοκτονία του πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ από την ανεπαρκή ηγεσία του ΚΚΕ, σαν σήμερα το 1945:

ΔΕΝ Σ’ ΕΙΔΑΜΕ/ στις 13 του Οχτώβρη στην Αθήνα/ δεν σ’ έσφιξαν τα κύματα της λαοθάλασσάς μας./ Οπως σε πρόσταξαν οι φθονεροί/ στα διάσελα έμεινες/ γεράκι νυχοπόδαρο κρουσταλιασμένο/ για ν’ αγναντεύεις απ’ το Καρπενήσι/ τη λευτεριά μας/ ντυμένη στα γαλάζια και στα κόκκινα.// Ομως σε ξέραμε:/ το άλογό σου ήταν άσπρο/ η φέρμελή σου βυσινιά –/ βλαχούλα σε νυχτέρι τηνε ξόμπλιασε/ με χορταράκια κι ανεμώνες,/ τα ξέραμε τα διψασμένα μάτια σου/ ξέχειλα λύπη:/ στον κόρφο της πατρίδας τα ’δαμε/ να ψαχουλεύουνε για γάλα.//

ΔΕΝ ΕΙΔΑΝΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ το μαύρο το σκουφί σου/ πάνω απ’ το δάσος των χεριών μας/ που σε ζητούσαν όρθια και γυμνά/ μες στις ηλιόλουστες πλατείες./ Εσύ αμίλητος/ νεράκι έπινες αντί κρασί χαράς/ τριγυρισμένος απ’ τ’ αγόρια/ που αφήσανε τα σπίτια τους/ για ένα κρεβάτι στο χιόνι.// Σκλάβος της λευτεριάς/ και μιας σκληρής διαταγής της/ απ’ ώρα σ’ ώρα πρόσμενες/ μαντάτο να σου φέρουν οι αετοί/ να ροβολήσεις/ να σμίξομε όπως ταίριαζε σε ίσιο δρόμο/ τη μέρα που δεν κάπνισε το τζάκι μας/ τη μέρα που δεν στρώσαμε τραπέζι για να φάμε/ κι ήτανε κάθε δρόμος χοροστάσι/ κι αλώνι φεγγαρόπετρο η Αθήνα.//

ΕΜΕΙΣ ΠΙΣΤΟΙ στο ραντεβού της λευτεριάς/ προσμέναμε/ αχτένιστος να μπεις από τις βορεινές τις πόρτες/ προγονικά λαχούρια είχαμε στρώσει/ για να πατήσει τ’ άλογό σου/ στις χούφτες μας να πιει να ξεδιψάσει.// Εσύ μ’ αυτιά στητά και παραπονεμένος/ ψάρευες τη βουή μας με την απόχη της παλάμης σου/ που έφερνε ο άνεμος στα καραούλια/ πίσω απ’ τις φτέρες σφούγγιζες τα ματοτσίνορά σου./ Σαν βέργα σπάραξε μια βοσκοπούλα που σε είδε:/ Πέτρα στο δαχτυλίδι μου να το ’χα, Καπετάνιο,/ το χιλιάκριβο δάκρυ σου –/ κόμπο από μάλαμα/ στα σγουρά κλωνιά των μαλλιών μου!//

ΓΛΙΣΤΡΟΥΣΕ Ο ΗΛΙΟΣ στο τροχισμένο σου σπαθί/ σε πλούμιζε ολόκληρο με πούλιες/ μια μέρα πιο ξανθιά κι από το κριθάρι.// Ξέφρενοι στην Αθήνα εμείς σπάζαμε τα ταμπούρλα/ νηστικοί κι από χαρά χορτάτοι/ ξεσκούφωτος λαός με μέτωπο καθάριο/ ξανακελάδαγαν στα δέντρα τα πουλιά/ κωφάλαλοι ζητωκραύγαζαν/ χώμα, νερό κι αέρας το παλάτι μας/ Λευτεριά –/ μια μέρα ολάκερη μαζί σου!// […]

ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ, ΚΑΠΕΤΑΝΙΟ, ένα χαρτί/ που σε κρατάει μακριά μας/ τι περιμένεις να το σχίσεις;/ Σπαθί δεν έχεις να το κομματιάσεις/ βαθύ φαράγγι να το ρίξεις;/ Ποιοι είναι τούτοι οι νιόφερτοι με τις εγγλέζικες στολές/ με τα καλοθρεμένα μάγουλα;/ Μοσκοβολάν μυρωδικά και μεις δεν έχομε σαπούνι…