Μετά το πρωινό καφεδάκι που απόλαυσαν μαζί, η Γιάννα τον άφησε σπίτι να ψιλοκολατσίζει διαβάζοντας «Εφ.Συν.» και κατέβηκε στο ιατρείο. Τον βρήκε αργότερα ξάπλα στο μπάνιο. Ανακοπή. Στα εξήντα επτά, ακμαίος όπως πάντα. Οι διασώστες διαβεβαίωσαν ότι ο θάνατος επήλθε ακαριαία. Τους επαλήθευσε η νεκροψία. Το μόνο παρήγορο για τους δικούς του, πως κατορθώνει με απτό τρόπο να μένει ολοζώντανος ανάμεσά τους.
Αλλωστε ο ίδιος βίωνε τις μεγάλες πολιτικές διαψεύσεις και απώλειες δηλώνοντας εσαεί «παρών». Γνώρισα τον Μάκη Σέρβο στις αρχές του ’80 μέσα απ’ τις διεργασίες της Επιτροπής για τον Στρατό, που αυθαδίασε παρουσιάζοντας στην πορεία του Πολυτεχνείου το 1981 έξι ριψοκίνδυνους στρατευμένους και των τριών όπλων στην κεφαλή του αριστερίστικου μπλοκ. Φορούσαν τις στολές τους και κάλυπταν το πρόσωπο με κόκκινα μαντίλια. Ανήκουστα πράματα για την εποχή, που εξοβέλιζε τους μασκοφόρους στο πυρ το εξώτερο. Σήμερα η χρήση χειρουργικής προσωπίδας ή χοιροειδούς προσωπείου θεωρείται οπωσούν επιβεβλημένη στους πάντες.
Κατασκανδαλίστηκε η χειραγωγούμενη κοινή γνώμη. Ο συντηρητικός Τύπος εξαπέλυε μύδρους. Τους επόμενους μήνες, μολαταύτα, πρωτόγνωρο κίνημα ξεπήδησε στα στρατόπεδα απ’ άκρου εις άκρον της χώρας διεκδικώντας –άκουσον, άκουσον– συνδικαλιστικές ελευθερίες για τους φαντάρους. Ο Σέρβος ήταν η ψυχή του. Συγκροτημένος, μεθοδικός και ακούραστος, μειλίχιος και συνάμα εξεγερσιακός, συντόνιζε τους μέσα και ξεσήκωνε τους απ’ έξω με απροσδόκητη για αριστεριστή λυσιτέλεια. Προερχόταν, βλέπεις, απ’ τα χαρακώματα των μαχών του Πολυτεχνείου και τα εργοστασιακά σωματεία των αρχών της Μεταπολίτευσης. Με αταλάντευτο ζήλο πρωτοστάτησε αργότερα στο Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα και άπασες τις κατοπινές αναμετρήσεις, στρατευμένος αναπόδραστα στις πλέον αιρετικές παραφυάδες της άκρας Αριστεράς. Οχι στις δογματικά προσκολλημένες στα πορτρέτα και τα θέσφατα των κλασικών, αλλά στις απείθαρχες που δοκιμάζουν να χαράξουν μονοπάτια του μέλλοντος στις κακοτράχαλες ατραπούς του εκάστοτε ζοφερού παρόντος. Και που κόντρα στο ρεύμα κάτι καταφέρνουν. Δεν συγκαταλεγόταν σε όσους τρέφουν και τρέφονται απ’ την αυταπάτη πως πνίγουν τις απανωτές ματαιώσεις σε χαμηλό ποτήρι με πάγο και ταυτοχρόνως ανακαλύπτουν νέους κόσμους διαπλέοντας θάλασσες αλκοόλ. Ετσουζε εν τούτοις τα κρασάκια του με συντροφική παρέα έπειτα από διαδηλώσεις και σταθερά το καλοκαίρι, κατασκηνωτής σε γραφικά ταβερνεία των νησιών. Υπονομευόταν τότε η συμπαγής γέφυρα των φρυδιών του με φαντασμαγορικές εκρήξεις εφάμιλλες του Γοργοποτάμου και του Κάραβελ. Χαλάρωνε η συνοχή της συνήθους του σοβαρότητας και ατένιζε ελαφρύτερος την αστεία όψη της ζωής, με πηγαίο χιούμορ και αυτοσαρκασμό, πάντοτε διακριτικός, καλοπροαίρετος, καίριος και ακέραιος.
Η καταγωγή του από τον Σπαρτύλα Κερκύρας τον γέμιζε καμάρι. Παρετυμολογούσε μάλιστα το τοπωνύμιο από τον αρχαίο και σύγχρονο Σπάρτακο, επηρεασμένος από επιφανή συγχωριανό του. Το 1988 σκαρφαλώσαμε μαζί στον κακοσυντηρημένο ορεινό δρόμο ν’ αφήσουμε κόκκινα άνθη των αγρών στο φρεσκοσκαμμένο μνήμα του έτερου παρετυμολόγου Σπύρου Πρίφτη (Αγις Στίνας), άλλοτε εμβληματικού τροτσκιστή που λοξοκοίταξε προς την αναρχία στα στερνά φεγγάρια του βίου του.
Συναντιόμασταν αραιά με τον Μάκη τελευταία. Τον αντίκριζα εντελώς μουδιασμένος κατά τη διάρκεια επισκέψεων στο οδοντιατρείο της Γιάννας, η οποία φρόντιζε να διοχετεύει προηγουμένως στα ούλα μου ικανές ποσότητες ξυλοκαΐνης. Κουβεντιάζαμε ώρα. Εγώ ανέτρεχα στα πριν, εκείνος ενδιαφερόταν για τα τρέχοντα. Τέτοιος ήταν. Ο παρελθοντολογικός χρόνος με συνθλίβει. Νιώθω να φτωχαίνω απότομα. Το ίδιο είδα στα υγρά μάτια εκατοντάδων παλιόφιλων που τον αποχαιρετήσαμε προχθές από το Κοιμητήριο Ζωγράφου. Κουράγιο στους οικείους του. Αλλωστε η ευρύτερη οικογένειά του τον κατευόδωσε τυλιγμένο στη μαυροκόκκινη παντιέρα της Αθανασίας.
