ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΥΠΟΣΧΕΘΗΚΑ ΝΑ ΕΠΑΝΕΛΘΩ πριν από τέσσερις Παρασκευές στον τόμο με τα ακυκλοφόρητα ποιήματα του Βασίλη Βασιλικού (Ιωλκός, 2020), που έχω το προνόμιο να κρατώ στα χέρια μου και ο οποίος πρόκειται να κοσμήσει τις προθήκες των βιβλιοπωλείων το φθινόπωρο. Μοιράζομαι μαζί σας αυτή τη φορά πρωτόλεια ομοιοκατάληκτα, αλλά και νοσταλγικά για την ιδιαίτερη πατρίδα του:

ΟΚΤΑΣΤΙΧΟ Στάσου! μην τρέχεις, Πήγασε, ωσάν αλαφιασμένος./ Στάσου! να δεις ολόγυρα την ομορφιά της πλάσης./ Λουλούδια στρώνουνε τους δρόμους που, αφημένος,/ καλπάζοντας συ βιάζεσαι στο τέρμα για να φτάσεις.// Μένουν μες στα κατάβαθα των λουλουδιών τα μύρα/ όταν εσύ αλέγρικα, γοργά, τα προσπερνάς./ Στάσου! μην τρέχεις, Πήγασε και κοίταξε τριγύρα,/ τι κόσμους πίσω άφησες, και πού τώρα τραβάς…

ΣΗΜΕΡΑ ΧΑΪΔΕΨΑ τους δρόμους/ σάμπως μες στ’ όνειρό μου/ κι όπως γυρνούσα, απ’ τους ώμους/ ξεκρεμώντας το παλτό μου,// ήταν γλυκιά, όπως και πρώτα,/ στο θερμοκήπιο του ονείρου,/ ανέπαφα, αχειροποίητα,/ δίχως τη μοιρασιά του κλήρου.// Κι απ’ όλα λείπαν οι ανθρώποι/ που τόσο πρέπει να γεράσαν./ Κι ήταν γι’ αυτό αιώνιοι οι τόποι/ μια που, δίχως/ μνήμη, δεν χαλάσαν.// Χέρι σιβυλλικό με τόσους, σάμπως,/ δρόμους χαραγμένους στην παλάμη,/ έρημο είναι το καλάμι/ μα πιο έρημος είν’ ο κάμπος.

ΕΞΟΔΟΣ Μια μαύρη μύγα πήγε να περάσει,/ μα την επρόλαβε ο φρουρός./ Δεν ήξερε το σύνθημα, ούτε πως η δράση/ δεν είναι πάντα σύμβουλος καλός.// Η προστασία μου ήταν ένα τούλι/ ανάλαφρο, αέρινο, όσο κι οι λέξεις./ Μια μαύρη μύγα πήγε να το βιάσει,/ κι έμεινε απ’ έξω, συν γυναιξί και τέκνοις.

Η ΤΣΑΝΤΑ αυτή/ είναι το βιος μου:/ με ψεύτικα χαρτιά,/ διπλές ταυτότητες,/ βιασμένες ημερομηνίες,/ μπλοκ με τηλέφωνα/ καρνέ με τσεκ/ χωρίς αντίκρισμα./ Από πετσί, ρυτιδιασμένη,/ με σίδερα, ραφές,/ χερούλι ξεχαρβαλωμένο,/ η τσάντα/ κι όχι το έχει της/ είναι το βιος μου.

ΚΑΒΑΛΑ Σμαράγδιζε το πέλαγο./ Καράβια μικρά/ βγάζαν φτερά υδάτινα./ Απ’ το τοπίο έλειπε μονάχα το νησί:/ χελώνας καύκαλο που μετακόμισε.// Απ’ το παράθυρο η θάλασσα./ Το μαλακό ντιβάνι./ Ντουλάπες αρχαιόπρεπες./ Καθρέφτες. Και στη γωνιά/ ο γερο-γκρας/ για τους κομιτατζήδες.// Η μνήμη επιστρέφει/ με λαστιχένια πέδιλα,/ λες και κολλούν τα βήματα/ στις ίδιες πέτρες./ Πίσω απ’ την αυλή ο κήπος, πίσω απ’ τον κήπο η στέρνα, –η γούρνα, η δεξαμενή– μες στα νερά της να παγώνει/ το εικόνισμα της Παναγιάς/ με τις πλεξούδες από σκόρδα.

Η ΑΠΝΟΙΑ και σήμερα/ κράτησε τη σημαία ανέγγιχτη./ Τα καραβάκια ξεκίνησαν/ διχαλώνοντας το πέλαγο:/ το ’να για το νησί, τ’ άλλο για το Ορος./ Τα «σιλό» του Μύλου/ παρουσίαζαν όπλα στα ναρκαλιευτικά./ Το Σανατόριο, στο βουνό, βλεφάριζε την πόλη./ Και η καμπάνα του Αγίου Παύλου/ στις έξι σχόλασε τα καπνομάγαζα,/ κι έφερε, μες στ’ απλωμένα ρούχα της μπουγάδας, ένα αεράκι/ του αντάρτη Θεού.