ΥΠΟΣΧΕΘΗΚΑ ΝΑ ΕΠΑΝΕΛΘΩ πριν από τέσσερις Παρασκευές στον τόμο με τα ακυκλοφόρητα ποιήματα του Βασίλη Βασιλικού (Ιωλκός, 2020), που έχω το προνόμιο να κρατώ στα χέρια μου και ο οποίος πρόκειται να κοσμήσει τις προθήκες των βιβλιοπωλείων το φθινόπωρο. Μοιράζομαι μαζί σας αυτή τη φορά πρωτόλεια ομοιοκατάληκτα, αλλά και νοσταλγικά για την ιδιαίτερη πατρίδα του:
ΟΚΤΑΣΤΙΧΟ Στάσου! μην τρέχεις, Πήγασε, ωσάν αλαφιασμένος./ Στάσου! να δεις ολόγυρα την ομορφιά της πλάσης./ Λουλούδια στρώνουνε τους δρόμους που, αφημένος,/ καλπάζοντας συ βιάζεσαι στο τέρμα για να φτάσεις.// Μένουν μες στα κατάβαθα των λουλουδιών τα μύρα/ όταν εσύ αλέγρικα, γοργά, τα προσπερνάς./ Στάσου! μην τρέχεις, Πήγασε και κοίταξε τριγύρα,/ τι κόσμους πίσω άφησες, και πού τώρα τραβάς…
ΣΗΜΕΡΑ ΧΑΪΔΕΨΑ τους δρόμους/ σάμπως μες στ’ όνειρό μου/ κι όπως γυρνούσα, απ’ τους ώμους/ ξεκρεμώντας το παλτό μου,// ήταν γλυκιά, όπως και πρώτα,/ στο θερμοκήπιο του ονείρου,/ ανέπαφα, αχειροποίητα,/ δίχως τη μοιρασιά του κλήρου.// Κι απ’ όλα λείπαν οι ανθρώποι/ που τόσο πρέπει να γεράσαν./ Κι ήταν γι’ αυτό αιώνιοι οι τόποι/ μια που, δίχως/ μνήμη, δεν χαλάσαν.// Χέρι σιβυλλικό με τόσους, σάμπως,/ δρόμους χαραγμένους στην παλάμη,/ έρημο είναι το καλάμι/ μα πιο έρημος είν’ ο κάμπος.
ΕΞΟΔΟΣ Μια μαύρη μύγα πήγε να περάσει,/ μα την επρόλαβε ο φρουρός./ Δεν ήξερε το σύνθημα, ούτε πως η δράση/ δεν είναι πάντα σύμβουλος καλός.// Η προστασία μου ήταν ένα τούλι/ ανάλαφρο, αέρινο, όσο κι οι λέξεις./ Μια μαύρη μύγα πήγε να το βιάσει,/ κι έμεινε απ’ έξω, συν γυναιξί και τέκνοις.
Η ΤΣΑΝΤΑ αυτή/ είναι το βιος μου:/ με ψεύτικα χαρτιά,/ διπλές ταυτότητες,/ βιασμένες ημερομηνίες,/ μπλοκ με τηλέφωνα/ καρνέ με τσεκ/ χωρίς αντίκρισμα./ Από πετσί, ρυτιδιασμένη,/ με σίδερα, ραφές,/ χερούλι ξεχαρβαλωμένο,/ η τσάντα/ κι όχι το έχει της/ είναι το βιος μου.
ΚΑΒΑΛΑ Σμαράγδιζε το πέλαγο./ Καράβια μικρά/ βγάζαν φτερά υδάτινα./ Απ’ το τοπίο έλειπε μονάχα το νησί:/ χελώνας καύκαλο που μετακόμισε.// Απ’ το παράθυρο η θάλασσα./ Το μαλακό ντιβάνι./ Ντουλάπες αρχαιόπρεπες./ Καθρέφτες. Και στη γωνιά/ ο γερο-γκρας/ για τους κομιτατζήδες.// Η μνήμη επιστρέφει/ με λαστιχένια πέδιλα,/ λες και κολλούν τα βήματα/ στις ίδιες πέτρες./ Πίσω απ’ την αυλή ο κήπος, πίσω απ’ τον κήπο η στέρνα, –η γούρνα, η δεξαμενή– μες στα νερά της να παγώνει/ το εικόνισμα της Παναγιάς/ με τις πλεξούδες από σκόρδα.
Η ΑΠΝΟΙΑ και σήμερα/ κράτησε τη σημαία ανέγγιχτη./ Τα καραβάκια ξεκίνησαν/ διχαλώνοντας το πέλαγο:/ το ’να για το νησί, τ’ άλλο για το Ορος./ Τα «σιλό» του Μύλου/ παρουσίαζαν όπλα στα ναρκαλιευτικά./ Το Σανατόριο, στο βουνό, βλεφάριζε την πόλη./ Και η καμπάνα του Αγίου Παύλου/ στις έξι σχόλασε τα καπνομάγαζα,/ κι έφερε, μες στ’ απλωμένα ρούχα της μπουγάδας, ένα αεράκι/ του αντάρτη Θεού.
