ΔΥΣΕΥΡΕΤΑ, ΚΑΘΟΤΙ ΠΑΡΑΓΝΩΡΙΣΜΕΝΑ, τα ποιήματα και τα πεζά του. Τα υπέγραφε με το ψευδώνυμο Ρήγας Ραγιάς, αρχικά στη Σμύρνη, όπου γεννήθηκε το 1862 και μετέπειτα στην Αθήνα, όπου έζησε ύστερα απ’ την Καταστροφή και πέθανε τέτοια μέρα το 1949. Ο Μιχαήλ Αργυρόπουλος υπήρξε παρεμπιπτόντως επιφανής νομικός και πολιτευτής, επανειλημμένως εκλεγείς βουλευτής Αθηνών με το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Προτίμησα να σας τον συστήσω με τους ακόλουθους στίχους του, επειδή η ηρωίδα τους αποτελεί γνήσιο τέκνο της κοινωνικότητας και της κανονικότητας. Θα μαράζωνε η καψερή σε συνθήκες καραντίνας. Ιδού:
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΙΑΣ Εγώ είμαι η τιμημένη νια/ με τ’ άτιμα της κάλλη/ που ’χω τρελή τη γειτονιά.// Απ’ του σπιτιού μας τη γωνιά/ περνούν μικροί μεγάλοι/ να πάρουν γλύκας απονιά.// Εγώ είμαι εκείνη που σκορπά/ σ’ όλους ματιές και χάδια/ με δίχως έναν ν’ αγαπά// κι όποιος την πόρτα μου χτυπά/ στα κοιμισμένα βράδια/ την βλέπει πάντα να σιωπά.// Μα πάλι μες στη σιγαλιά/ σαν νιώσω τα παιγνίδια/ κι αρμονιστούνε τα βιολιά// τότες πετώ με μαργιολιά/ στο παραθύρι κι η ίδια/ τα ξεπλερώνω με φιλιά.// Μ’ αρέσει τάχα στα κρυφά/ να δείχνω τα λαιμά μου/ μπρος στη λαχτάρα που ρουφά// και καθισμένη στο σοφά/ τραβώ τις φλόγες χάμου/ ματιών που η γάμπα μου αψηφά.//
ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΡΙΝ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΩ/ ξεχνώ ανοιχτές τις γρίλιες/ κι ανάβω φως για να γδυθώ// και νιώθω αντίκρυ στο βυθό/ των ίσκιων δίψες χίλιες/ να τρώνε κάποιον πριν κρυφθώ.// Στου περβολάρη που περνά/ σκύβω τα δυο πανέρια/ με τ’ άσπρα μπράτσα μου γυμνά// κι όπως ο κόρφος μου κρεμνά/ και παίζουνε τα χέρια/ το άλογό του χλιμιντρά!// Εγώ είμαι εκείνη που ακουμπά/ το χέρι στο ποτήρι/ κι όπου κερνάει το σεβντά// και στην ταβέρνα μας κοντά/ τραβώ τον νοικοκύρη/ και σου τον βγάζω κουβαρντά.// Στην άκρη του παραθυριού/ τρανοί Μπουρνοβαλήδες/ πετούν λουλούδια του χωριού// και γέροι με παλικαριού/ σβηστές ορμές κι ελπίδες/ ψώνι ξεχνούν νοικοκυριού.//
ΠΕΡΝΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ ΕΝΑΣ ΨΑΡΑΣ./ – Πόσο πουλάς το ψάρι;/ – Μπαρμπούνα μου, μετά χαράς.// Οσο το θες! Τι ’ναι ο παράς/ μπρος τη δική σου χάρη;/ Και… ξεπουλάει ο φουκαράς!// Είναι ο χασάπης μας καρσί/ στητός μπρος στο τεζάκι/ κάνει πολλή δουλειά χρυσή!// – Εδώ η οκά μια και μισή/ εδώ το κιοπερδάκι!/ Και με πουλά μες στο τσαρσί.// Καμιά φορά σκυφτά σκυφτά/ βλέπω φτωχό ζητιάνο/ ελεημοσύνη να ζητά// και με τα μάτια γελαστά/ στην ερημιά μου επάνω/ τον ελεώ μόνο μ’ αυτά.// Κι είναι για με όλοι οι φτωχοί/ κι όλοι ζητιάνοι εμπρός μου/ κι εγώ είμαι πλούσια μοναχή!// Απ’ την ψυχή μου ηλιοβροχή/ σκορπώ χαρές του κόσμου/ να μένει ο ήλιος στην ψυχή.// Εγώ είμαι η τιμημένη νια/ με τ’ άτιμά μου κάλλη/ που ’χω τρελάνει το ντουνιά.// Απ’ του σπιτιού μας τη γωνιά/ περνούν μικροί μεγάλοι./ – Εγώ είμαι η όμορφη Σμυρνιά!…
