ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ σήμερα κι η μισή Ελλάδα έχει την τιμητική της. Εκφράζω θερμές ευχές σε εορτάζουσες, εορτάζοντες και λοιπούς συγγενείς, ανθολογώντας εκλεκτούς στίχους επιφανών συνονόματων:
ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ Γιατί στην άβυσσο μέσα υπάρχω όπως υπάρχει στο/ ποίημά μου πάντα κρυμμένος, όχι μια λέξη, παρά/ ένας λυγμός.// Πόσες φορές πάνω απ’ τη βάρκα του είναι σκυμμένος/ και γέρνει τότε στο πλάι μαζί της πάνω απ’/ την άβυσσο ο ψαράς.// Τη σκοτεινή της ψυχής μου ζωή που αλιεύει.// Οταν στο δόλο πιασμένο το ψάρι ανεβαίνει, σα βρύση/ ανοίγει που τρέχει απ’ το σκοτάδι μες στα νερά/ της θάλασσας.
ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ Η τρικυμία κατοικεί στα γυμνά στήθη σου,/ με τον παλμό της γης χτυπάει η καρδιά σου/ και με των δέντρων το χυμό φουσκώνει το αίμα σου./ Ξέρεις με το φτερό του ανέμου ν’ αρμενίζεις.// Αλαφροΐσκιωτη με ψάχνεις τα μεσάνυχτα· τον ουρανό στη γη ζητάς, τη γη στον ουρανό γυρεύεις./ Μα πιο καλά ξέρεις της νύχτας τα στραβά πατήματα.// Ξέρεις να κυνηγάς πουλιά και σύννεφα,/ όταν σε κλέβω από άλλου τον κρυφό αμπελώνα,/ ξέρεις το μυστικό το μονοπάτι του έρωτα.// Σκύβω ν’ αφουγκραστώ τη γη και την καρδιά σου.
ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Οταν καμιά φορά η φωτιά κοιμάται/ ανθίζει ο κήπος πέλματα/ τα φύλλα υπάκουα στη ρίζα δε ριγούν/ πράσινα ιδρώνουν τα στεκάμενα νερά.// Οταν καμιά φορά η φωτιά/ χορτάσει η γλώσσα της και γείρει/ γυμνή μέσα στο ξύλο να πλαγιάσει/ πώς είναι τότε το σεντόνι δροσερό/ η μαύρη φλόγα αυτή του ονείρου το σεντόνι/ το μαύρο δέρμα αυτό του ύπνου το σεντόνι/ πάνω στο σώμα απλώνεται ένας λόφος/ που στην κορφή του η χλόη κυματίζει/ όταν καμιά φορά.
ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΖΑΚΗΣ «Επιβραδύνω» Ο θάνατος χειμώνιασε τους στίχους μου/ μ’ απ’ το πρωί στον ουρανό κοιτώντας/ στον ουρανό καλύτερα προσβλέποντας/ δυο σύννεφα κυκλοτερή σε φλόγες τυλιγμένα/ πως θά ’ρθει σκέφτομαι και εφέτος πάλιν η άνοιξη/ πάλι στις στέγες μας η αιθρία θα φωλιάσει// να αιχμαλωτίσω από τον ήλιο τόσο φως/ όσο να ζέσταινα κλωσσόπουλα τις λέξεις// να τιναχτεί πλήρες φτερών το ποίημα/ λάλο να σαγηνέψει τον καιρό/ σαν μια παλέττα να χυθώ στα αίματα// και σαγιτεύοντας ξανά τ’ άσπρο χαρτί// μες στην καρδιά να βράδυνα το βράδυ!
ΕΛΕΝΗ ΓΑΛΑΝΗ «Γενέθλιον» Γεννήθηκα χωρίς όνομα/ αιμάσσον τραύμα χωρίς πληγή/ μ’ έφερε σε μήτρα πήλινη/ άρριζο σύννεφο θηλαστικό/ με κυοφόρησε ουρανός κιβωτός/ μπάσταρδων ορφανών/ με διάλεξε με έσυρε με διέσυρε με παρέσυρε/ με εγκατέλειψε με παρέδωσε/ στη γη στη σφαγή/ ανυπεράσπιστο./ Είναι θαύμα πώς επέζησα/ πώς επιζώ ακόμα/ μια πόλη χωρίς πρόσβαση/ από θάλασσα αέρα γη/ προκλητικά ανοχύρωτη/ εκατομμύρια φορές πυρπολημένη./ Στέκω όρθια εδώ σε αρχαία ερείπια/ με όλες τις πόλεις μέσα μου/ γκρεμισμένες/ – δώσε μου τώρα ένα όνομα/ και γίνομαι η πόλη που ονόμασες./ Σε έναν κόσμο χωρίς πόλεις.
