Σκέφτηκα να επωφεληθώ από τα μετέωρα και να απολαύσω τη φεγγαράδα προχθές. Από πού αλλού; Μα ασφαλώς από τον Λυκαβηττό. Κάτι ήξεραν οι αρχαίοι ημών. Δεν ήταν κορόιδα. Καθότι το όνομα του εμβληματικού λόφου προσδιορίζει επακριβώς το σημείο απ’ όπου έρχεται («βαίνει») και εφορμά («άττει») το φως («λυκ»). Υψώνεται, βλέπεις, ανατολικά του κλεινού άστεως, το οποίο κατά την εποχή του Σόλωνα, του Κίμωνα και του Αλκιβιάδη δεν εκδήλωνε ιμπεριαλιστικές βλέψεις επέκτασης σ’ ολόκληρο το λεκανοπέδιο.
Εβαλα με τον νου μου πως θα επικρατεί ερημιά εκεί πάνω. Μπορεί να ήρθησαν τα μέτρα, αλλά η καραντίνα εθίζει σαν πρέζα· αν καλομάθεις, δύσκολα ξεκαρφώνεσαι από τον καναπέ. Είπα, λοιπόν, να αδράξω την ευκαιρία να χαρώ με άκρως ρομαντική και μάλλον μοναχική διάθεση την αργυρή φωτοχυσία. Προδιέθετε ευνοϊκότατα η ηδυπαθής νυχτιά. Εφοδιάστηκα με πλακέ φιάλη πλήρη οινοπνεύματος για τις αντισηπτικές και εναλλακτικά για τις ευφορικές του ιδιότητες.
Λογάριασα να πάω με τη μοτοσικλέτα. Καταστρέφει την μπαταρία η πολυήμερη ακινησία. Αραιή η κυκλοφορία στην αρχή της διαδρομής. Ανεβαίνοντας, όμως, κατά τις έντεκα, ο περιφερειακός θύμιζε τις αλλοτινές ένδοξες μέρες. Στην ανωφέρεια προς το θέατρο, πανικός. Αγκαλιασμένα ζευγαράκια προχωρούσαν σιωπηλά και πολυπληθείς νεανικές παρέες θορυβούσαν ανάμεσα σε μποτιλιαρισμένα οχήματα.
Ηττημένος ολοσχερώς ένιωσα, καταλαβαίνοντας πως έκανα την ίδια σκέψη με τη μισή Αθήνα. Θα μπορούσα να διαλέξω λιγότερο δημοφιλή λόφο. Στο πλάτωμα, πάνω, αδιαχώρητο από παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Η πλειονότης οδηγών και επιβατών φοβούμενη πιθανόν τον συνωστισμό έμενε καθηλωμένη στα καθίσματα, ακούγοντας διακριτικά μουσική μ’ ανοιχτά παράθυρα. Αποτραβήχτηκα σε ήσυχη γωνιά να γευθώ άσπρο πάτο την πανδαισία με τις αισθήσεις εν εγρηγόρσει.
Νταλαβέρι απερίγραπτο και ξενέρωτο. Δεν άντεχα να παρακολουθήσω τα παιχνιδίσματα του ολόγεμου φεγγαριού με τα σύννεφα σε βερσιόν ντράιβ ιν, οπότε καβάλησα πάλι το δίκυκλο με προορισμό την πλατεία Βαρνάβα μπας και πετύχω τον Γιάννη. Βέρος Παγκρατιώτης και μόνιμος θαμών των μπαρ της περιοχής, έβγαινε ολομόναχος τα βράδια της καραντίνας ώς το προσφιλές του παγκάκι να πιει κάνα ποτό με την ψευδαίσθηση της συναναστροφής. Αντίκρισα φθάνοντας εκατοντάδες χαροκόπους να συζητούν ζωηρά πίνοντας μπίρες, κρασί και διαφανή αποστάγματα.
Η εικόνα αποκαρδιωτική. Τρόμαξα να ξετρυπώσω τον φίλο μου. Δεν φταίνε τελικά οι Αθηναίοι, αλλά η πόλη, από την οποία εξέλιπαν προ πολλού οι ελεύθεροι χώροι. Εκτοτε παίρνω τα όρη. Χθες ρομαντζάριζα αραγμένος σε βράχο στα Τουρκοβούνια. Αγέλη αδέσποτων, ανημέρευτων σκυλιών φάνηκε αίφνης κατευθυνόμενη προς το μέρος μου. Τα χρειάστηκα. Πέρασαν δίπλα μου αδιαφορώντας επιδεικτικά για την παρουσία μου. Ο τελευταίος με κοίταξε πονηρά, κουνώντας μου παρατεταμένα την ουρά. Με εξέλαβαν δικαίως για συνόμοιό τους.
