ΤΡΙΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ με δεκάδες αδημοσίευτα ποιήματα του αδελφού της μάνας μου Σταύρου Λογ. Πολυκράτη, που αναχώρησε για τις επουράνιες Μούσες τον περασμένο Νοέμβριο σε ηλικία 97 ετών, μου εμπιστεύτηκε η εξαδέλφη μου και μελετώ με τις ώρες από την Κυριακή. Τα καλά του εθελούσιου εγκλεισμού. Μοιράζομαι έτσι μαζί σας στίχους που ξεχειλίζουν λυρισμό για το κυκλαδίτικο τοπίο και τις παλιές αγάπες και άλλους που εκφράζουν τους αγώνες για δημοκρατία και ειρήνη στους οποίους συμμετείχε ολόψυχα:
ΑΙΘΕΡΙΕΣ ΘΥΜΗΣΕΣ Θυμάμαι το νησιώτικο/ ολόλευκο ακρογιάλι,/ όταν με πορφυρένιο φως/ μας έλουζε το δείλι,/ έπαιζε με την αμμουδιά/ τρελά το μαϊστράλι/ κι η αύρα η ολόδροση/ μ’ αρώματα τ’ Απρίλη.// Πέρα στη χρυσανατολή/ πανσέληνο φεγγάρι/ χλωμό χλωμό και ντροπαλό/ στον ουρανό εφάνη/ κάθε κογχύλι του γιαλού/ σωστό μαργαριτάρι/ άστρο λαμπρό στη θάλασσα/ το κάθε πυροφάνι.// Με φέρνει πάλι η θύμηση/ στην άσβηστη εικόνα/ κι ώς την κοιτώ από χαρά/ και πόνο με γεμίζει/ τώρα που ζω ατέλειωτο,/ κρύο, βαρύ χειμώνα/ κάθε ανάμνηση γλυκιά/ το παρελθόν λικνίζει.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ Δεν ήρθα για να ζητιανέψω/ σ’ αυτό τον κόσμο τη συμπόνια·/ γεννήθηκα και θα παλέψω/ γι’ αγάπη ανθρώπινη κι αιώνια.// Ποτέ δεν έσκυψα κεφάλι/ στην μπόρα και στην καταιγίδα·/ απ’ τον αγώνα και την πάλη/ γεννιέται πάντα η ελπίδα.// Εγώ δεν δέχτηκα μοιραία/ την αδικία στη ζωή μου·/ του λυτρωμού κρατώ σημαία/ κι εμπρός, εμπρός συνάνθρωποί μου.// Καμιά φοβέρα δεν τα σκιάζει/ τα όπλα μου τα ειρηνοφόρα·/ έρχεται, να τη, πλησιάζει/ και του φτωχού λαού η ώρα.
ΕΡΓΑΤΕΣ είμαστε φτωχοί/ με χέρια ξύλα ροζιασμένα/ πέφτει ο ιδρώτας μας βροχή/ στη γη την κάθε εποχή/ κι ανθούν λουλούδια μυρωμένα.// Απ’ το πρωί χωρίς μιλιά/ ώσπου ο ήλιος πάει να δύσει/ είν’ η ζωή μας η δουλειά/ κι όπου γκρεμίσαμε παλιά/ καινούρια έχουμε χτίσει.// Πάντα εμείς δημιουργοί/ κάθε αγαθού κι αγνού στην πλάση/ λαμπρού κι ωραίου πλαστουργοί/ ο κόπος μας θαυματουργεί/ χωρίς ποτέ να μας δαμάσει.// Μπροστά στις μπόρες στα δεινά/ στεκόμαστε ορθοί σαν βράχοι/ το σπίτι μας παντοτινά/ μεγάλη φτώχεια κυβερνά/ για μας το δίκιο δεν υπάρχει.// Μπρος αργατιά με μια πνοή/ στον πανανθρώπινο αγώνα/ κι ένα χαρούμενο πρωί/ την άνοιξη μες στη ζωή/ να ξαναφέρεις του χειμώνα.
ΣΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΓΛΕΖΟ Εσύ παιδί της λευτεριάς/ περήφανο, γενναίο/ με ατσαλένια την καρδιά/ κι ακλόνητη ελπίδα/ του φασισμού το σύμβολο/ ξέσκισες ένα βράδυ/ στεφάνι δεν σου φόρεσε/ ήρωα η πατρίδα/ μες στο κελί της φυλακής/ σε τρώει το σκοτάδι.// Μέσα στη νύχτα τη βαριά/ γενναίο παλικάρι/ σαν αστραπή εφώτισες/ όλη την Οικουμένη/ άσβηστη την εκράτησες/ της λευτεριάς τη δάδα/ όλοι οι λαοί εστέναζαν/ στη γη τη σκλαβωμένη/ και βροντοφώναξαν παντού:/ Ζήτω η Νέα Ελλάδα.// Ανθισε πάλι στις καρδιές/ των σκλάβων η ελπίδα/ και τ’ όραμα της λευτεριάς/ αντίκρισαν σε σένα/ στον Παρθενώνα ανέβηκες/ του Μάη κάποιο βράδυ/ το θάνατο αψήφησες/ με χέρια ανδρειωμένα/ και τη σημαία ξέσκισες/ φως έλουσες τον Αδη.
