ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κοπίτουρεσμαλά ριάζειλογά η σωτήριαεθνό ξιαδέ βέρνησηκύ τους στήμονεσεπί φθερουσελέ γγελματίεσεπά και τους νιτεμένουσξέ μας στήρεσφώ που σχίζειπά χατά να ρειπροσφέ νητρακί κειμένουπρό να στρέψουνεπί στη μαγμένηκαθή τριδαπά μβάλλοντασύ στη λυπόθητηπό γέννησηανά της νομίασοικό. Για να λύψουνκά χουλαψί ποά τα σάτιακέ της ραντίνασκά τους ταξεπέ ροκκόματοξέ κοσίωεξά βρωέ ντίζοντασφρό να νομήσουνκό λατρέ τρημένοιμέ στα χτυλαδά λλητοικό οκτήτεσιδί ΚΕΚ αδί της νθαστήσαλά θόδουμέ της παχτήσαρπά. Δεν με βάρεσε στο δοξαπατρί η αναγκαστική απομόνωση – ελπίζω πως όχι. Ούτε «λοιμώχθηκα» στα «σκoιλ_ελικίκου» του ανεκδιήγητου Βρούτση, τα οποία καταργήθηκαν δυστυχώς προτού καλά καλά εγκαινιαστούν, επιφέροντας δεινό πλήγμα στον βασανισμένο κορμό της ημετέρας Παιδείας.

Εμπνεύστηκα απλώς από τη μεγαλόπνοη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του υπουργού Υγρασίας, καταπώς έλεγε ο Ζήκος στον «Μπακαλόγατο», και γράφω εφεξής στην υπέροχη συνθηματική αργκό του περιθωρίου, την αποκαλούμενη «ποδανά»· ανάποδα δηλαδή. Για να μην τους ανθίζονται «τσοιμπά» και «φιάνοιρού», επινοητικοί εκπρόσωποι του υποκόσμου έκοβαν τις λέξεις στην πρώτη ή τη δεύτερη συλλαβή, προφέροντας το πίσω – μπρος και το μπρος – πίσω. Δημιούργησαν έτσι ακατάληπτο κώδικα που βόλευε αφάνταστα τις μεταξύ τους συνεννοήσεις. Η νέα γλώσσα διαδόθηκε αστραπιαία στις φυλακές, αλλά δεν την έμαθαν ποτέ οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι, ούτε οι κρατούμενοι κομμουνιστές. Τη σύστησε στο πανελλήνιο ο Ηλίας Πετρόπουλος με το «Εγχειρίδιο του καλού κλέφτη» και ομιλείτο έκτοτε εν είδει κορακίστικων πέριξ των Εξαρχείων, ώσπου την υιοθέτησαν ευρύτερα τμήματα της νεολαίας. Στην «Εφ.Συν.» την εισήγαγε ατελώνιστη ο «Νοσπά Ρακησσά» και τη χρησιμοποιούμε χάριν γούστου οι «υλατζήδες», ευτυχώς όχι ακόμη σε τίτλους, καπέλα, πλαγίους και λεζάντες. Ιδού η ακριβής απόδοση του βρούτσειου κειμένου της αρχικής παραγράφου: Μαλακοπίτουρες λογαριάζει η εθνοσωτήρια δεξιά κυβέρνηση τους επιστήμονες ελεύθερους επαγγελματίες και τους ξενιτεμένους μας φωστήρες, στους οποίους πασχίζει τάχα να προσφέρει κίνητρα προκειμένου να επιστρέψουν στην καθημαγμένη πατρίδα, συμβάλλοντας στην πολυπόθητη αναγέννηση της οικονομίας. Για να καλύψουν ψίχουλα από τα κεσάτια της καραντίνας, τους πέταξε ξεροκόμματο εξακοσίων ευρώ, φροντίζοντας να κονομήσουν τρελά μετρημένοι στα δάχτυλα κολλητοί ιδιοκτήτες ΚΕΚ, διά της αλάνθαστης μεθόδου της αρπαχτής.

Καταλογίζεται συχνά προφητική διορατικότητα στους ποιητές από ορισμένους ευφάνταστους που παρερμηνεύουν σιβυλλικά σημαινόμενα των στίχων. Το 1938 ο Ναπολέων Λαπαθιώτης έστειλε στη «Νέα Εστία» απερίγραπτο σονέτο με την εξής επεξηγηματική επιστολή: «Μελετώντας, άρρωστος, αυτές τις μέρες, τη φιλοσοφία του Συρρεαλισμού, που, λογικά, καταργεί τη λογική, σκέφτηκα τούτο: Αφού φτάσαμε στο σημείο να ζητήσουμε την έμπνευση στην ίδια της πηγή, που ήταν πάντα, έμμεσα, το υποσυνείδητο, γιατί τάχα να μην κάνουμε ακόμα ένα βήμα και να λυτρωθούμε κι από τη συμβατικότητα της γλώσσας, κάθε γλώσσας». Παραθέτω αυτούσιο το επίμαχο ποίημα: «ΒΑΟ, ΓΑΟ, ΔΑΟ Ζινώντας αποβίδονο σαβίνι/ κι απονιβώντας ερομιδαλιό,/ κουμάνισα το βίρο του λαβίνι/ με σάβαλο γιδένι τού θαλιό.// Κι ανέδοντας έν’ άκονο λαβίνι/ που ραδαγοπαλούσε τον αλιό/ σινέρωσα τον άβο του ραβίνι,/ σ’ έν’ άφαρο δαμένικο ραλιό.// Σουβέροδα στ’ αλίκοπα σουνέκια/ μεσ’ στ’ άλινα που δεν εσιβονεί/ βαρίλωσα σ’ ακίμορα κουνέκια.// Και λαδαμποσαλώντας την ονή,/ καράμπωσα το βούλινο διράνι,/ σαν άλιφο τουνέσι που κιράνει…». Διαβλέπω εδώ ότι ο Λαπαθιώτης κινείται με ακρίβεια ελβετικού λεπτοδείκτη στο πνεύμα του αειθαλούς πιονέρου Γιάννη Βρούστη, όστις αδίκως κατηγορήθηκε, καθότι τόσο ο ίδιος όσο και τα ΚΕΚ του αποτελούν ακαταπόνητους σκαπανείς πρωτοπόρων ρευμάτων της Τέχνης και του Πολιτισμού.