ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Γαμώ τον καριόλη τον κορονοϊό! Πώς να θρηνήσεις, αλήθεια, τον Περικλή –ιδίως τον Περικλή– σε συνθήκες αποπνικτικής καραντίνας; Βάζω ουίσκι με πάγο και προτρέπω τηλεφωνικώς κολλητούς να με μιμηθούν· να διευρυνθεί η παρέα. Καθώς ιδρώνει το κρύσταλλο, στραφταλίζει αγέρωχη η μορφή του με το χαμόγελο ευδαιμονίας που ακτινοβολούσε όταν μαζευόμασταν όλοι μαζί σε ταβερνεία και μπαρ, στην υπόγα της Κορυδαλλέως, στον έκτο όροφο της Θήρας ή στη βεράντα του στην Ακράτα. Στο απάν’ απάνω πλατύσκαλο της αξιακής του κλίμακας, άλλωστε, θριάμβευαν η φιλία, ο έρωτας κι οι συναμετάξυ τους συνάφειες και περιπτύξεις.

Ονειδος στο κάτω κάτω σκαλοπάτι, σιχαμερή κηλίδα, η εξουσία σε κάθε της εκδοχή. «Τον αντρειωμένο μην τον κλαις όσο κι αν αστοχήσει. Πάντα ’ν’ η πόρτα του ανοιχτή κι η τάβλα του στρωμένη, χαροκοπούν οι φίλοι του» συνήθιζε να απαγγέλλει οινοβαρής σε περιστάσεις ευωχίας. «Ο πραγματικά αντρειωμένος», εξακολουθούσε, «είναι όποιος στρώνει τραπέζι να υποδεχτεί φίλους και περαστικούς, που βιώνει το “εγώ” σε αγαστή σύμπνοια με το “εμείς”. Ιδού ο γνήσιος επαναστάτης», συμπλήρωνε. Ενα διαρκώς στρωμένο τραπέζι ήταν ο ίδιος. Τσίπουρο, κόκκινο κρασί κι ο Ιρλανδός καρντάσης του με τη μακριά πράσινη καμπαρτίνα, ονόματι Τζέιμσον, μετατρέπονταν στο δαντελένιο τραπεζομάντιλο της ψυχής του σε ολύμπια νέκταρα. Αμβροσία οι μακαρονάδες που έψηνε σε ανύποπτο χρόνο.

Ολβιοι, τυχεροί κι ευλογημένοι οι φίλοι του. Κι ήταν πολλοί. Η ανυστερόβουλη, ευρύχωρη, παιδική του καρδιά χωρούσε όλο τον κόσμο. Ανιδιοτελώς κι αγαπησιάρικα. Κατείχε όσο λίγοι την υψηλή τέχνη του προσφέρειν. Δίχως ίχνος έπαρσης. Απεχθανόταν την προβολή του εαυτού. Διέκρινε στο ξέσπασμά της εξουσιαστικά απωθημένα. Με έμφυτη ευγένεια, σπάνια γαλαντομία και διάχυτο ερωτισμό καθιστούσε ισότιμους συμπότες και συνομιλητές. Παρά την όποια διαφορά εκτοπίσματος και ηλικίας. Το ψυχικό σφρίγος του και το νεανικό του πνεύμα ταίριαζαν με άτομα που θα μπορούσε να ’ναι παιδιά ή εγγόνια του. Τα αντιμετώπιζε όμως σαν ανεκτίμητα φιλαράκια. Μόνη του επιτήδευση η ροπή προς τη βωμολοχία.

Στην «καύλα» αναφερόταν με το αριστοφανικό του ταμπεραμέντο ευκαιρίας δοθείσης. Την ταύτιζε με τη φουσκοδεντριά που αναζωογονεί τη φύση. «Αν ήξερε ο Φρόιντ ελληνικά», έλεγε, «θα ’δινε τ’ όνομά της στη λίμπιντο». Τι να πρωτοπείς για τους αγώνες, τα βιβλία, την οικουμενική του προσωπικότητα, την καταλυτική συμβολή του στο εγχείρημα της «Εφ.Συν.», της ιδανικής ερωμένης του. Και για τις ολονύκτιες, διονυσιακές κραιπάλες. Συντετριμμένη η παρέα τον κατευοδώνει, πίνοντας, μ’ ένα σημαδιακό ποίημά του: «Ξέρω πως θα ’ν’ ο θάνατος./ Και θα ’χω αφήσει τόσα πίσω./ Ιδέες, αποφάσεις κι αυτή τη συγκατοίκηση με τον Μπαχ/ που ’ταν ασφυκτική./ Ενας ακόμα άγνωστος θα μείνει με τους αγνώστους./ Μπορεί και να θυμάμαι./ Τα χέρια σου, τα μάτια σου,/ την πέτρα που έσκυψες και μάζεψες δίπλα απ’ τη θάλασσα./ Γι’ αυτό σου λέω./ Ξέρω πως θα ’ν’ ο θάνατος./ Μια απλή βραδιά, όπως οι άλλες». Κάθε άλλο παρά απλή, Περικλή!